Πάνω από δύο δεκαετίες μετά την κατάρρευση του διπολικού μοντέλου στη διεθνή πολιτική, το διεθνές σύστημα βρίσκεται περισσότερο από ποτέ σε αναζήτηση μιας νέας ισορροπίας ισχύος.
Στην καρδιά της Μέσης Ανατολής τα σύνορα αμφισβητούνται ύστερα από περίπου εκατό χρόνια συνοριακής σταθερότητας.
Στην Απω Ανατολή, η Κίνα αναπτύσσει πέρα από την τεράστια οικονομική ισχύ της και σημαντικές βλέψεις περιφερειακής ηγεμονίας.
Η Ευρωπαϊκή Ενωση βρίσκεται σε οικονομικό μαρασμό και στη δίνη έντονων φυγόκεντρων και εθνικιστικών τάσεων, ενώ συνολικά αυτό που αποκαλούμε Δύση δεν έχει αποδεχθεί τη θέση της Ρωσίας στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια αρχιτεκτονική ασφαλείας.
Στη Λατινική Αμερική τα ριζοσπαστικά λαϊκά κινήματα βρίσκονται σε υποχώρηση και σε ορισμένες περιπτώσεις σε φάση ήττας.
Την ίδια στιγμή υπερεθνικά προβλήματα, όπως η μετανάστευση και τα προσφυγικά ρεύματα, η διεθνής τρομοκρατία και το οργανωμένο έγκλημα, το ανεξέλεγκτο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και η επιρροή του κυβερνοχώρου, απαιτούν νέες προσεγγίσεις.
Η αντίληψη του Ντόναλντ Τραμπ για την εξωτερική πολιτική και τις διεθνείς σχέσεις πηγαίνει πολύ πίσω, στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν η αμερικανική θέση για τη διεθνή πολιτική παρέπεμπε σε μεγάλο βαθμό στην εσωτερική πολιτική των φυλετικών διαχωρισμών κυρίως των Πολιτειών του Νότου.
Βασικός άξονας αυτής της προσέγγισης ήταν ότι ο κόσμος αποτελείται από διάφορες φυλές που έχουν η καθεμιά τον δικό της ρυθμό οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής ανάπτυξης.
Κύριο μέλημα είναι, στην ίδια γραμμή, να παραμένουν διαχωρισμένες αυτές οι φυλές και να μη συγκρούονται μεταξύ τους.
Οταν αυτό δεν καθίσταται δυνατό τότε η ωμή βία είναι το αντίδοτο. Οι διάφορες δηλώσεις Τραμπ για την ύψωση τειχών και γενικότερα τις σχέσεις με το Μεξικό, την απαγόρευση εισόδου των μουσουλμάνων στις ΗΠΑ ως μέτρο πρόληψης της τρομοκρατίας και τέλος, η δήλωσή του ότι δεν έπρεπε να εισβάλουν οι ΗΠΑ στο Ιράκ, αλλά αφού το έκαναν έπρεπε απλά και μόνο να «πάρουν το πετρέλαιο» αναδεικνύουν αυτή την πρωτόλεια αμερικανική αντίληψη για τη διεθνή πολιτική.
Οι ΗΠΑ πρέπει να υψώσουν τείχη απέναντι στις έξωθεν προκλήσεις και μόνον όταν απειλούνται ζωτικά συμφέροντά τους (π.χ. πετρέλαιο) θα πρέπει να επεμβαίνουν με ωμή ισχύ.
Θα μπορούσε κάποιος να έχει μεγαλύτερες ελπίδες για μια πιο επεξεργασμένη πολιτική από τη διακυβέρνηση Τραμπ αν θεωρούσε ότι τελικά τα ηνία της εξωτερικής πολιτικής και της άμυνας θα τα πάρουν πολύπειρα στελέχη του ρεπουμπλικανικού χώρου.
Αλλά το πεδίο της εξωτερικής πολιτικής αυτού του χώρου το είχαν καταλάβει εδώ και περίπου μια δεκαετία οι νεοσυντηρητικοί με γνωστά αποτελέσματα στη Μέση Ανατολή και αλλού.
Συνεπώς οι διεθνείς παίκτες θα είναι εξαιρετικά επιφυλακτικοί απέναντι στη διακυβέρνηση Τραμπ.
Ακριβώς όμως επειδή η αβεβαιότητα για την αμερικανική πολιτική θα φτάσει σε ανεπανάληπτα επίπεδα κάποιες δυνάμεις είναι πιθανό να προβούν σε δυναμικές προληπτικές ενέργειες ώστε να δημιουργήσουν πλεονεκτικά τετελεσμένα: η Ρωσία, για παράδειγμα, στη Συρία και στην Ουκρανία και η Κίνα στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας ή ακόμη και το Ισραήλ εναντίον του Ιράν.
Βασικό πρόβλημα της Χίλαρι Κλίντον, όπως όλων των απόλυτα συστημικών υποψηφίων, είναι ότι δεν έχει όραμα για την εξωτερική πολιτική, για τη θέση των ΗΠΑ στον κόσμο.
Στην περίπτωσή της θα έχουμε μια πολιτική που θα προέρχεται από τον συστημικό «βυθό», με έντονα τα χαρακτηριστικά της εξάρτησης των αποφάσεων από τα ισχυρά λόμπι της Ουάσινγκτον, πρωτίστως το εβραϊκό λόμπι, αλλά και από λόμπι οικονομικών συμφερόντων συνδεδεμένων με την εξωτερική πολιτική και την άμυνα.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα συνεχίσει τη μετακίνηση του κέντρου βάρους της στρατηγικής των ΗΠΑ προς τον Ειρηνικό και την Ανατολική Ασία και την αντιμετώπιση της αυξανόμενης κινεζικής ισχύος.
Είναι πιθανό να προσπαθήσει να νεκραναστήσει το δόγμα του συζύγου της Μπιλ Κλίντον, την προώθηση δηλαδή της δημοκρατίας και της ελεύθερης αγοράς με έναν συνδυασμό στρατιωτικών επεμβάσεων και πολιτικο-οικονομικών κινήτρων.
Βέβαια απέχουμε πολύ από εκείνη την εποχή. Η Ρωσία δεν είναι πια το μετασοβιετικό χάος του Γέλτσιν και η Κίνα δεν είναι απλά ένας οικονομικός γίγαντας παραγωγής απομιμήσεων και φτηνού φασόν.
Νέες περιφερειακές δυνάμεις, όπως η Τουρκία, το Ιράν και χώρες της Λατινικής Αμερικής, αμφισβητούν πια την απόλυτη ηγεμονία των ΗΠΑ στην περιοχή τους.
Μια αμερικανική στρατιωτική επέμβαση στη Συρία πρέπει να πάρει υπόψη της πολύ περισσότερες παραμέτρους από ό,τι οι αμερικανικές επεμβάσεις στη δεκαετία του 1990.
Και βέβαια μια «νεοκλιντόνεια» στρατηγική μάλλον βρίσκεται μακριά από την αντιμετώπιση των σημερινών υπερεθνικών προβλημάτων.
Και στις δύο περιπτώσεις οι ΗΠΑ θα απολέσουν μέρος του γοήτρου τους, κάτι που ιδίως για τις μεγάλες δυνάμεις είναι εξαιρετικά σημαντικό.
Θα συνεχίσουν και επί Τραμπ ή Κλίντον να αποτελούν την ισχυρότερη χώρα στον κόσμο, αλλά η δυνατότητά τους να διατηρήσουν την παγκόσμια ηγεμονία τους θα φθίνει.
Αλλωστε αυτή η ηγεμονία βασίζεται στη «νομιμοφροσύνη» των κρατών προς την ηγεμονική δύναμη με αντάλλαγμα την ικανοποίηση των προσδοκιών ασφάλειάς τους από αυτήν.
Ενα κράτος των ΗΠΑ που δίνει την εντύπωση ότι αναχωρεί από τη διεθνή σκηνή ή που στηρίζεται σε ανέμπνευστη ανακύκλωση στρατηγικών της δεκαετίας του 1990 δεν μπορεί να σταματήσει τη φθορά της ηγεμονίας του.
Το πόσο θα κρατήσει αυτή η φθορά και πότε θα αντικατασταθεί από μια άλλη διεθνή ηγεμονία δεν μπορεί να εκτιμηθεί.
Πάντως δεν θα γίνει στη θητεία των Τραμπ ή Κλίντον.
*Αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και υπεύθυνος του Κέντρου Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών, cemmis.edu.gr
