Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κατηγορίες, δημαγωγία και μίσος… Με τον Ντόναλντ Τραμπ να έρχεται δεύτερος στις εθνικές δημοσκοπήσεις μετά την Χίλαρι Κλίντον, το προεκλογικό του αρχηγείο να εγκαταλείπει τη μάχη σε κρίσιμες πολιτείες, όπως η Βιρτζίνια, τους μεγάλους δωρητές να του στρέφουν την πλάτη και τους περιχαρείς Δημοκρατικούς να ευελπιστούν πλέον ότι θα καταλάβουν και τις λεγόμενες «κόκκινες»- δηλαδή τις «εχθρικές» Πολιτείες όπως η Τζόρτζια και η Γιούτα, οι Ρεμπουμπλικανοί έχουν αρχίσει να φοβούνται ότι η 8η Νοεμβρίου δεν θα είναι το τέλος, αλλά η αρχή ενός ανοικτού εμφυλίου στο κόμμα τους. 

Τον Σεπτέμβριο ο υποψήφιος τους ήταν αρκετά ανταγωνιστικός, σύμφωνα πάντα με τις δημοσκοπήσεις.

Τον Οκτώβριο όμως όλη η προσπάθεια του κατέρρευσε. Το βίντεο από το 2005 με τις «εξομολογήσεις» του για τις γυναίκες πυροδότησε εξελίξεις.

Ακολούθησαν οι καταγγελίες για σεξουαλικές επιθέσεις θυμάτων του και η δημόσια καταδίκη του από 160 στελέχη του κόμματος του.

Μετά σαν να χάθηκε ο έλεγχος. Ο Τραμπ κήρυξε τον πόλεμο και στο κόμμα του, επετέθη στον πρόεδρο της Βουλής Πολ Ράιαν και άρχισε να κλιμακώνει την αυταρχική ρητορική με ισχυρισμούς, όπως ότι η θέση της αντιπάλου του είναι στη φυλακή και ότι δεν έχει αποφασίσει ακόμα εάν θα αναγνωρίσει το αποτέλεσμα των εκλογών στην περίπτωση που δεν τις κερδίσει.

Τα ερωτήματα τώρα για τους Ρεπουμπλικανούς είναι: 

● εάν η «φιλοσοφία» του, ο λεγόμενος «Τραμπισμός» μπορεί να επιζήσει του Τραμπ, 

● εάν όσοι τον υποστηρίζουν μπορούν να επιζήσουν της αποτυχημένης υποψηφιότητας του,

● ποιος θα μπορέσει να ενώσει πάλι το κόμμα του Αβραάμ Λίνκολν και

● ποιος θα μπορέσει να αποφύγει μια ιστορική τέταρτη ήττα για τον Λευκό Οίκο στις επόμενες πλέον εκλογές, το 2020.

Πολλά εξαρτώνται από το εάν αυτές οι εκλογές θα αλλάξουν τις ισορροπίες στα δυο σώματα του Κογκρέσου: αφενός στη Γερουσία όπου οι Δημοκρατικοί έχουν τώρα καλές πιθανότητες να επανακτήσουν τον έλεγχο που έχασαν το 2014, αλλά και στη Βουλή, την πλειοψηφία της οποίας επίσης διεκδικούν πάλι οι Δημοκρατικοί. 

«Κανείς δεν ξέρει τι θα έχει απομείνει από το κόμμα στις 9 Νοεμβρίου», λέει ο Τσάρλι Σάικς, από τους διακεκριμένους συντηρητικούς σχολιαστές. «Αξιωματούχοι του Ρεπουμπλικανικού κόμματος με τους οποίους συνομίλησα, έχουν ξεπεράσει το στάδιο της οργής και βρίσκονταισε μια φάση αγωνίας για το μέλλον του κόμματος. Η ζημιά που έκανε ο Τραμπ δεν θα τελειώσει στις 8 Νοεμβρίου. Δεν νομίζω ότι υπάρχει Ρεπουμπλικανός που να γωνρίζει πραγματικά πώς θα είναι το κόμμα στην μετά-Τραμπ περίοδο. Ευελπιστούν ότι θα είναι ένα γεγονός και θα ξεπεραστεί, αλλά δεν πιστεύω ότι ο εμφύλιος θα τελειώσει γρήγορα». 

Ο Σάικς που γνωρίζει τον πρώτο στην ιεραρχία Ρεπουμπλικανό πρόεδρο της Βουλής Πολ Ράιαν από τό 1998 όταν εξελέγη για πρώτη φορά στο Κογκρέσο, πιστεύει ότι ο 46χρονος Καθολικός πολιτικός από το Ουϊσκόνσιν, τελικώς θα «προβάλει ως ο επίτιμος πρόεδρος ενός κόμματος ερειπωμένου».

Μετά την ήττα του Μιτ Ρόμνει του Ρεπουμπλικανού υποψήφιου για την προεδρία το 2012, οι αξιωματούχοι του κόμματος παρουσίασαν μια έκθεση-αυτοψία της ήττας, συμπεραίνοντας ότι για να κερδίσουν πάλι τον Λευκό Οίκο, έπρεπε να προσεγγίσουν τους νέους ψηφοφόρους, τις γυναίκες και τις μειονότητες. 

«Και έκαναν ακριβώς το αντίθετο» λέει ο Σάικς. «Θα έπρεπε να είχαν κατανοήσει ότι εάν θέλεις να είσαι εθνικό κόμμα δεν μπορείς να κερδίζεις εκλογές εάν δεν μπορείς να κερδίσεις τις γυναίκες, τους Αφροαμερικανούς, τους ισπανόφωνους και τους νέους».

Ο Τραμπ φρόντισε να αποξενώσει ακριβώς αυτές τις κατηγορίες των ψηφοφόρων, με την οργισμένη αντιμεταναστευτική του ρητορική να κυριαρχεί στις περισσότερες προεκογικές του συγκεντρώσεις.

Για τον σκληρό πυρήνα των οπαδών του ωστόσο αυτή ακριβώς η ρητορική ήταν «μουσική» στ’ αυτιά τους.

Αυτοί οι ψηφοφόροι, που παραμένουν προκλητικοί και θορυβώδεις, τώρα νιώθουν ότι βρίσκονται σε καθεστώς πολιορκίας, όχι από τους Δημοκρατικούς, αλλά από το κομματικό κατεστημένο των Ρεπουμπλικανών, το οποίο θεωρούν ότι προσπαθεί να «θάψει» τον υποψήφιο τους. 

Θεωρούν τον Ράιν «έναν άτολμο ηλίθιο», πιστεύουν ότι η ηγεσία του κόμματος έχει τρομοκρατηθεί από την τολμηρή γραμμή του Τραμπ, εκτιμούν ότι όσοι εγκατέλειψαν τον υποψήφιο τους «θα έπρεπε να ντρέπονται» – και συμπεριλαμβάνουν σε αυτούς και την οικογένεια Μπους – και φυσικά δεν πιστεύουν τις δημοσκοπήσεις που «χαρίζουν» την νίκη στη Χίλαρι Κλίντον, αφού τα «φιλελεύθερα μέσα ενημέρωσης ελέγχουν τους πάντες». 

«Θα ξεσπάσει πόλεμος»

Ο κίνδυνος για τους Ρεπουμπλικανους είναι, στην περίπτωση που ο Τραμπ ηττηθεί στη κάλπη, οι ψηφοφόροι που δεν πίστεψαν τις δημοσκοπήσεις να συμπεράνουν ότι φταίει το ίδιο το κόμμα που πρόδωσε τον Τραμπ.

Αντί να πάρουν το μάθημα τους, οι οπαδοί του Τραμπ είναι έτοιμοι να πιστέψουν ότι μαχαιρώθηκαν πισώπλατα από τους «δικούς» τους, όπως άλλωστε έχει αφήσει πολλές φορές ο Τραμπ να εννοηθεί στις προεκλογικές του συγκεντρώσεις. 

Τουλάχιστον τρεις είναι οι φράξιες που θα δώσουν μάχη για τον έλεγχο του κόμματος, εκτιμά ο Guardian: οι ιδεολόγοι υπό τον Πολ Ράιαν, το κατεστημένο όπως εκπροσωπείται από τους πρώην προέδρους Τζορτζ Μπους και Τζορτζ Μπους τον νεώτερο (που δεν σ΄τηιξαν τον Τραμπ) και η δεξιά-δεξιά πτέρυγα υπό τον Στηβ Μπάνον, που είναι και ο επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ. 

«Θα ξεσπάσει πόλεμος», εκτιμά ο Ρικ Τάιλερ, πολιτικός αναλυτής. «Η πτέρυγα Τραμπ θα προσπαθήσει να επιβάλει τη θέληση της στο κόμμα και την σφραγίδα της στον Ρεπουμπλικανισμό,  δηλαδή τη γραμμή που λέει ότι πρέπει να κερδίζεις πάση θυσία χωρίς πολιτική κατεύθυνση. Το κατεστημένο έχει χρήματα, αλλά εκπροσωπεί το status quo. Οι συντηρητικοί δεν έχουν ηγέτη που να πείσει τους Αμερικανούς γιατί έχουν τη σωστή στρατηγική και φιλοσοφία».  

Εν μέσω αυτού του πολιτικού χάους στην παράταξη, ο Τάιλερ βλέπει και κάπως αισιόδοξος: «Είναι συναρπαστικές εποχές για το Ρεπουμπλικανικό κόμμα» λέει. «Με την αναταραχή πάντα υπάρχει και η ευκαιρία. Το κόμμα μπορεί να δουλέψει μια νέα φιλοσοφία και να αναδείξει νέους ηγέτες». 

Αλλοι ωστόσο, δεν βλέπουν σωτηρία μετά το καταστροφικό πέρασμα του Τραμπ.

Οταν ρωτήθηκε προς τα που οδεύει το Ρεπουμπλικανικό κόμμα, ο συντηρητικός πρώην γερουσιαστής από το Κολοράντο, Τομ Τανκρέντο απάντησε πολύ παρασταστικά:

«Προς την κόλαση!. Τουλάχιστον αυτό ελπίζω εγώ. Η παρακμή του Ρεπουμπλικανικού κόμματος είναι το μόνο καλό που μπορεί να προκύψει. Δεν έχει καμιά συνάφεια και αυτό αξίζει να πάθει… Θα πρέπει να σκεφτούμε την επόμενη ημέρα και το τι πρέπει να κάνουμε ως συντηρητικοί. Το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι για να έχει απήχηση ένα κίνημα χρειάζεται έναν ηγέτη… Δεν έχουν την παραμικρή ιδέα ποιος μπορεί να είναι αυτός. Μπορεί να μην έχει ακόμα ανακαλυφθεί… Χρειαζόμαστε έναν Ρήγκαν».  

Ο δημοσκόπος των Ρεπουμπλικανών Φρανκ Λουντζ βρήκε ιστορικούς παραλληλισμούς:

«Εκτιμώ ότι το κόμμα θα αναστηθεί όπως έγινε και με τους Δημοκρατικούς μετά την ήττα του Τζορτζ Μακ Γκόβερν, το 1972. Κάθε φράξια στο κόμμα θα βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με την άλλη. Θα γίνει απόπειρα καθαίρεσης του Πολ Ράιαν από την προεδρία της Βουλής. Το σώμα θα συνεχίσει να ελέγχεται από τους Ρεπουμπλικανούς, αλλά θα είναι σε πόλεμο με την Γερουσία- που είναι πιθανό να ελέγχεται πλέον από τους Δημοκρατικούς. Θα είναι μια βρωμερή, άσχημη και πολύ προσωπική κατάσταση. Θα καταβληθεί μεγαλύτερη προσπάθεια στην εκτόξευση κατηγοριών εναντίον αλλήλων παρά να βρεθεί κοινό έδαφος».

Παρόλα αυτά ο Λουντζ πιστεύει ότι το κόμμα θα επιβιώσει, όπως έγινε και με τους Δημοκρατικούς το 1972. «Πάντα επιβιώνουν», λέει. 

Μέρος αυτής της διαδικασίας ωστόσο θα πρέπει να είναι και η παραδοχή ότι η επιδρομή του Ντόναλντ Τραμπ δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία.

Αναλυτές υποστηρίζουν ότι ο Τραμπ απλώς είπε με ακατέργαστο και ωμό τρόπο αυτά που πολλοί Ρεπουμπλικανοί λένε συγκαλυμένα χρόνια τώρα με αποτέλεσμα ρατσιστικά φορτισμένα ξεσπάσματα οργής, δυσλειτουργία στο Κογκρέσο και καρκίνωμα στη πολιτική σκηνή.