«Ντιμπέιτ με τη μοίρα», κατά τη Huffington Post. «Η πιο πολυαναμενόμενη στιγμή στη σύγχρονη αμερικανική πολιτική σκηνή», σύμφωνα με το CNN.
Ασχετα από τους πηχυαίους και μάλλον υπερβολικούς τίτλους των αμερικανικών ΜΜΕ, η αγωνία, οι προσδοκίες και τα στοιχήματα για τη χθεσινοβραδινή τηλεμαχία (ξημερώματα Τρίτης στην Ευρώπη) ανάμεσα στη Χίλαρι Κλίντον και τον Ντόναλντ Τραμπ είχαν φτάσει στα ύψη.
«Η μητέρα όλων των επαγγελματικών συνεντεύξεων», όπως χαρακτήρισε το BBC τον διαξιφισμό των δύο μονομάχων για το προεδρικό αξίωμα επί της μεγάλης οθόνης, αναμενόταν να σπάσει ρεκόρ τηλεθέασης, ξεπερνώντας ενδεχομένως και το ιστορικό ρεκόρ του ντιμπέιτ μεταξύ Τζίμι Κάρτερ και Ρόναλντ Ρίγκαν το 1980 το οποίο παρακολούθησαν περισσότεροι από 80 εκατομμύρια Αμερικανοί.
Το τωρινό ντιμπέιτ, βέβαια, το πρώτο από τα τρία στα οποία θα αναμετρηθούν οι δύο υποψήφιοι, χαρακτηρίζεται από άλλου είδους «ιστορικές» πρωτιές.
Είναι η πρώτη φορά που μια γυναίκα λαμβάνει μέρος σε προεδρική «μονομαχία».
Είναι επίσης η πρώτη φορά που και οι δύο μονομάχοι έχουν ιδιαίτερα χαμηλή δημοτικότητα.
Δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένο το κατά πόσο οι τηλεοπτικές μονομαχίες μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά την τελική κρίση των ψηφοφόρων.
Ισως όμως από αυτή την πρώτη πανεθνική αντιπαράθεση διάρκειας 90 λεπτών στην αίθουσα του Πανεπιστημίου Hofstra στο Λονγκ Αϊλαντ της Νέας Υόρκης με καθοδηγητή τον παρουσιαστή του NBC Λέστερ Χολτ να κριθούν πολλά.
Αυτό τουλάχιστον βγαίνει από χθεσινή δημοσκόπηση του Reuters σύμφωνα με την οποία οι μισοί δυνητικοί ψηφοφόροι θα περιμένουν τα ντιμπέιτ για να αποφασίσουν ποιον θα ψηφίσουν.
Παράλληλα, το 61% εκδήλωνε την επιθυμία του για μια πολιτισμένη συζήτηση, μακριά από τις ακραίες κορόνες που έχουν σημαδέψει την προεκλογική εκστρατεία.
Τα ντιμπέιτ μπορεί φέτος να είναι όντως καθοριστικά, καθώς τα γκάλοπ δείχνουν μια αμφίρροπη εκλογική αναμέτρηση.
Το άνετο και σχεδόν «σίγουρο» προβάδισμα που παρουσίαζε η Κλίντον το καλοκαίρι, δεν υπάρχει πια.
Γκάλοπ του Reuters την περασμένη εβδομάδα έδειχνε την υποψήφια των Δημοκρατικών να υπερτερεί κατά 4 μονάδες έναντι του Ρεπουμπλικανού αντιπάλου της.
Την ίδια διαφορά είχε και σε γκάλοπ του Economist και του YouGov που δημοσιοποιήθηκε την Κυριακή.
Αντίθετα, οι Los Angeles Times έδιναν προβάδισμα 4 μονάδων στον Τραμπ.
Οσο για την αμερικανική ιστοσελίδα Real Clear Politics (RCP) που βγάζει τον μέσο όρο όλων των έγκυρων δημοσκοπήσεων, έδειχνε τη Χίλαρι Κλίντον να προηγείται κατά 2,1%, δηλαδή ένα ποσοστό στα όρια του στατιστικού λάθους.
Γι’ αυτό και οι προσδοκίες για την Κλίντον στο ντιμπέιτ ήταν ιδιαίτερα υψηλές. Οι αναλυτές περίμεναν από αυτή να είναι σταθερή, στιβαρή και να πείσει ότι είναι κατάλληλη για το απαιτητικό προεδρικό αξίωμα.
Αντίθετα, ο πήχης ήταν πολύ χαμηλά για τον Ντόναλντ Τραμπ. Με δεδομένο τον απρόβλεπτο χαρακτήρα του και τη «μακριά» του γλώσσα, διάφοροι σχολίαζαν ότι «αρκεί να μην τα κάνει εντελώς θάλασσα για να φανεί ότι τα πήγε καλά».
Αλλά ανεξάρτητα από τις επιδόσεις του στο ντιμπέιτ, πληθαίνουν οι φωνές που λένε ότι «ο Τραμπ δεν πρέπει να γίνει πρόεδρος», όπως ήταν ο τίτλος του χθεσινού κύριου άρθρου των New York Times.
Oχι μόνο από το δημοκρατικό, αλλά και από το ρεπουμπλικανικό στρατόπεδο.
Μετά τη «διαρροή» σχετικά με την πρόθεση του πρώην προέδρου Τζορτζ Μπους του πρεσβύτερου να ψηφίσει Χίλαρι, πολλά ερωτήματα δημιούργησαν και οι εναγκαλισμοί του ζεύγους Ομπάμα με τον Μπους τον νεότερο στα εγκαίνια του Μουσείου Αφροαμερικανικής Ιστορίας.
O πρώην πρόεδρος δεν έχει κάνει καμία επίσημη δήλωση στήριξης κάποιου υποψηφίου.
Σε αντίθεση με τον αδερφό του Τζεμπ και πρώην διεκδικητή του χρίσματος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, ο οποίος αρνήθηκε να στηρίξει δημόσια τον Τραμπ δηλώνοντας ότι «δεν εκπροσωπεί το μέλλον της χώρας».
Προσωπική αντιδικία; Πάντως, η λίστα με τα ονόματα σημαντικών Ρεπουμπλικανών που είτε δηλώνουν πως θα ψηφίσουν τη Χίλαρι είτε αρνούνται να στηρίξουν τον μεγιστάνα, είναι αρκετά μεγάλη…
