Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ποιο είναι το ακριβότερο σπίτι στον κόσμο; Μα, φυσικά, ο Λευκός Οίκος στη λεωφόρο Πενσιλβάνια της Ουάσινγκτον: δεν μπορείς να τον αγοράσεις, όσα δισεκατομμύρια κι αν δώσεις, και το… «ενοίκιο» για τέσσερα ή οκτώ χρόνια ανέρχεται σε πολλά εκατομμύρια δολάρια, αφού τόσο κοστίζει το «εισιτήριο» για να πάρει κανείς μέρος στην κούρσα για το χρίσμα των Δημοκρατικών και των Ρεπουμπλικανών.

Μια κούρσα που ξεκίνησε χτες, παραδοσιακά, από τις προκριματικές εκλογές στους κομματικούς «πυρήνες» (caucuses) μιας μικρής Πολιτείας των ΗΠΑ, της Αϊόβα, και θα συνεχιστεί στο Νιου Χάμσαϊρ σε μία εβδομάδα.

Στις τελευταίες δημοσκοπήσεις για την Αϊόβα -μια εν πολλοίς αγροτική ακόμη Πολιτεία, με πολλούς λευκούς προτεστάντες- προηγείται ένα «ζευγάρι» πολύ πλούσιων λευκών, που λογικά θα μονομαχήσουν και στην κάλπη του Νοεμβρίου: από τη μια ο απερίγραπτος δισεκατομμυριούχος Ντόναλντ Τραμπ, που διατηρεί προβάδισμα πέντε μονάδων (28%-23%) έναντι του επίσης (ακρο-)δεξιού γερουσιαστή από το Τέξας Τεντ Κρουζ, και από την άλλη η Χίλαρι Κλίντον, που φέρεται να συντηρεί «βραχεία κεφαλή» έναντι του αουτσάιντερ των εκλογών και μοναδικού «αριστερού», με τα ευρωπαϊκά μέτρα, υποψήφιου προέδρου, του 74χρονου Μπέρνι Σάντερς.

Οσο για το Νιου Χάμσαϊρ, τόσο ο Τραμπ όσο και ο Σάντερς προηγούνται άνετα.

Είναι παράξενες αυτές οι εκλογές, αλλιώτικες από τις άλλες: και τα δύο κόμματα εξουσίας δείχνουν να έχουν εξαντλήσει προ πολλού την υπομονή των παραδοσιακών ψηφοφόρων τους, που στρέφονται σε πιο αντισυμβατικές και «ριζοσπαστικές» υποψηφιότητες, σαν αυτές του Τραμπ και του Σάντερς.

Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και το «Κόμμα του Τσαγιού», η υπερσυντηρητική πτέρυγα των Ρεπουμπλικανών, διχάζεται σήμερα μεταξύ των Τραμπ, Κρουζ και Μαρκ Ρούμπιο – τριών δεξιών υποψηφίων που διαγωνίζονται θαρρείς για το ποιος θα κάνει τις πιο ακραίες και διχαστικές δηλώσεις, με τον 69χρονο γεννημένο προβοκάτορα Τραμπ να κερδίζει ώς τώρα διά περιπάτου…

Ταυτόχρονα, στο στρατόπεδο των Δημοκρατικών πολλοί παλιοί ψηφοφόροι του Ομπάμα, που απογοητεύτηκαν από την ατολμία του, στρέφονται στον «σοσιαλιστή» Σάντερς, καθώς δεν πιστεύουν ότι η –κατά γενική ομολογία «συστημική»– Χίλαρι είναι πραγματικά διατεθειμένη να «σπάσει αυγά» στην Ουάσινγκτον αν εκλεγεί.

Σοσιαλιστής, υπέρμαχος του κράτους πρόνοιας

Επίσης, πολλοί Δημοκρατικοί ψηφοφόροι αμφισβητούν την ικανότητα της Χίλαρι να κερδίσει τον Τραμπ και θεωρούν ότι ο Σάντερς έχει περισσότερες πιθανότητες να πείσει τους αποκαρδιωμένους σήμερα προοδευτικούς Αμερικανούς να συμμετάσχουν στις εκλογές: σε μια σχετική δημοσκόπηση των Wall Street Journal/NBC ο Σάντερς «προηγείται», δυνάμει, του Τραμπ κατά 15 μονάδες, σε αντίθεση με τη Χίλαρι, που δικαίως θεωρείται πολύ πιο ευάλωτη στην «αντισυστημική», «αντι-Ουάσινγκτον» ρητορική του «βαψομαλλιά» μεγιστάνα των ακινήτων.

Τυπικά, ο Σάντερς είναι «ανεξάρτητος» γερουσιαστής, απλά συνεργαζόμενος με το Δημοκρατικό Κόμμα στην Πολιτεία του Βερμόντ.

Γέννημα θρέμμα Νεοϋορκέζος, μεγαλωμένος στο Μπρούκλιν από Πολωνοεβραίο πατέρα, αναμείχθηκε με το φοιτητικό αντιπολεμικό κίνημα ενώ σπούδαζε πολιτικές επιστήμες στο Σικάγο, πριν ακόμη ξεκινήσει η αμερικανική εμπλοκή στον πόλεμο του Βιετνάμ.

Το 1968 εγκαταστάθηκε στο Βερμόντ, όπου το 1981 εξελέγη δήμαρχος στην πόλη Μπέρλιγκτον. Το 1990 έγινε βουλευτής και επανεξελέγη τέσσερις φορές προτού «μετακομίσει» στη Γερουσία το 2006.

Το 2012 επανεξελέγη με εντυπωσιακό ποσοστό, 71% των ψήφων: είχε προηγηθεί η δημόσια κόντρα του με τους Ρεπουμπλικανούς, αλλά και τους «μετριοπαθείς» Δημοκρατικούς συναδέλφους του για την αυτόματη επέκταση των φοροαπαλλαγών Μπους υπέρ των πλουσίων – μια από τις πολλές «κωλοτούμπες» του Ομπάμα.

Η δημόσια αυτή πολιτική σύγκρουση με την πλουτοκρατία τον έκανε γνωστό στο ευρύ παναμερικανικό κοινό και η δημοτικότητά του αυξήθηκε ακόμη περισσότερο χάρη στην υποστήριξή του στο κίνημα Occupy.

Δηλώνει «δημοκρατικός σοσιαλιστής», αλλά με τα ευρωπαϊκά μέτρα είναι αυτό που θα λέγαμε σοσιαλδημοκράτης, με πολλές αναφορές στο σκανδιναβικό μοντέλο κράτους πρόνοιας.

Καθολική ασφάλιση

Σοσιαλιστής, υπέρμαχος του κράτους πρόνοιας

Λάβρος επικριτής των οικονομικο-κοινωνικών ανισοτήτων και των αχόρταγων τραπεζιτών της Wall Street, υποστηρίζει με συνέπεια εδώ και δεκαετίες την καθολική ασφάλιση, τα δικαιώματα των μειονοτήτων, την ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος και την αλλαγή του καθεστώτος προεκλογικής χρηματοδότησης, που έχει μετατρέψει την αμερικανική Δημοκρατία σε χρηματιστήριο.

Εξίσου μεγάλη συνέπεια έχει επιδείξει όλα αυτά τα χρόνια στο Καπιτώλιο και στην αντιπολεμική του στάση, επικρίνοντας τους μακρινούς πολέμους των Μπους και Ομπάμα και καταψηφίζοντας ολοκληρωτικής νοοτροπίας «αντιτρομοκρατικά» νομοθετήματα, όπως το «PATRIOT Act» και τις μαζικές παρακολουθήσεις της NSA.

Οι προεκλογικές του υποσχέσεις, η «πολιτική επανάσταση» που ευαγγελίζεται, είναι… μουσική στ’ αυτιά των προοδευτικών Αμερικανών – πραγματική ασφαλιστική μεταρρύθμιση με κάλυψη όλου του πληθυσμού, αύξηση του κατώτατου μισθού, δωρεάν πανεπιστημιακά δίδακτρα για όλους και πάνω απ’ όλα κατακόρυφη αύξηση στη φορολογία των πλουσίων, ώστε να αντιστραφεί η τάση συσσώρευσης όλου του πλούτου από το περίφημο «1%» του πληθυσμού.

Υπόσχεται ακόμη την επαναφορά του περίφημου νόμου «Γκλας-Στίγκαλ» που προέβλεπε σοφά τον διαχωρισμό των καθαρά τραπεζικών δραστηριοτήτων από τις επενδυτικές, και τον οποίο είχε καταργήσει ο (Δημοκρατικός) πρόεδρος Κλίντον, ανοίγοντας τον ασκό του Αιόλου και επιτρέποντας στα τσακάλια της Wall να κερδοσκοπήσουν πακετάροντας χρέη σε πολύπλοκα «δομημένα» τραπεζικά προϊόντα, σε μια διαδικασία που οδήγησε στη μεγάλη κρίση του 2007.

Στις (τέσσερις ώς τώρα) «τηλεμαχίες» του με τη Χίλαρι και τους άλλους αντιπάλους για το χρίσμα, ο Σάντερς ήταν σαρωτικός.

Ερωτηθείς ποια είναι η διαφορά του από την Κλίντον, απάντησε πως «πρώτη διαφορά μας είναι ότι εγώ δεν παίρνω λεφτά από τις τράπεζες. Εμένα δεν με πληρώνει η Goldman Sachs για να μιλάω»… Και επιτέθηκε με σφοδρότητα στους «λιγοστούς δισεκατομμυριούχους, που ελέγχουν την οικονομική και πολιτική ζωή σε αυτή τη χώρα».

Υπάρχει βέβαια και ο αντίλογος – η κριτική που γίνεται στον Σάντερς από τα αριστερά του.

Λένε, για παράδειγμα, ότι ο Σάντερς, παρά την αντιπολεμική του ρητορεία και τις συχνές αντιπαραθέσεις του με τους Δημοκρατικούς συναδέλφους, έχει ακολούθησε σε μεγάλο βαθμό την κομματική «γραμμή» ψηφίζοντας στο παρελθόν πλήθος από «ύποπτα» νομοθετήματα: για παράδειγμα, είχε καταψηφίσει τους δύο πολέμους στο Ιράκ, το 1991 και το 2002, αλλά αργότερα υπερψήφισε τους παραφουσκωμένους αμυντικούς προϋπολογισμούς για τη διεξαγωγή τους.

Λένε ακόμη ότι ο Σάντερς είναι ένας «νέος Ομπάμα», με την έννοια ότι ναι μεν βάζει πολύ ψηλά τον πήχη χαϊδεύοντας τα αυτιά των απογοητευμένων ψηφοφόρων, αλλά ακόμη κι αν εκλεγεί, δεν πρόκειται να τα βάλει με τα οργανωμένα λόμπι της Ουάσινγκτον, καθώς θα αναγκαστεί να περάσει τα σχέδιά του από τη Βουλή και τη Γερουσία, που σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις θα παραμείνουν σε ρεπουμπλικανικά χέρια.

Σε κάθε περίπτωση και έχοντας δεδομένο ότι όλοι ανεξαιρέτως οι ανθυποψήφιοί του είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι και «διαπλεκόμενοι» με την αμερικανική πλουτοκρατική ελίτ και τα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα, ο Σάντερς μοιάζει αναγκαστική επιλογή για κάθε προοδευτικό Αμερικανό ψηφοφόρο.

Αλλωστε και μόνο το γεγονός ότι ένας πολιτικός που αυτοπροσδιορίζεται σαν «σοσιαλιστής», μια έννοια που έχει δαιμονοποιηθεί συστηματικά επί δεκαετίες στις ΗΠΑ, καταφέρνει να συγκεντρώσει τέτοια δημοτικότητα, διεγείροντας ένα δυναμικό κοινό δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων, είναι ένα μοναδικό κατόρθωμα στη νεότερη αμερικανική πολιτική ιστορία.

Πριν από λίγες μέρες, ένα γκάλοπ του πρακτορείου Bloomberg έδειξε πως το 43% των ερωτηθέντων Δημοκρατικών ψηφοφόρων στη Αϊόβα δηλώνουν με τη σειρά τους «σοσιαλιστές»!