«Καζάνι που βράζει» είναι οι ΗΠΑ με τις δυσώδεις αποκαλύψεις για το σκάνδαλο Τζέφρι Έπστιν και τις πολιτικές προεκτάσεις του. Το υπουργείο Δικαιοσύνης της διοίκησης Τραμπ δεν τήρησε τη νομική απαίτηση να αποκαλύψει όλα τα αρχεία που σχετίζονται με το σκάνδαλο, πυροδοτώντας αντιδράσεις.
Την Παρασκευή, έκθεση του FBI, αποκάλυψε μερικές ακόμη πληροφορίες για το δίκτυο επαφών του καταδικασμένου, προκαλώντας νέα ερωτήματα.
Αυτό το έγγραφο είναι επί τους ουσίας μια έκθεση του FBI με πληροφορίες από τη Μαρία Φάρμερ, μια ζωγράφο που εργαζόταν για τον Έπστιν γύρω στο 1996. Η Φάρμερ, της οποίας η αδερφή Άνι Φάρμερ κακοποιήθηκε από τον Έπστιν και τη συνεργό του Γκισλέιν Μάξγουελ σε ηλικία 16 ετών, δήλωσε στις αρχές το 1996 ότι ο εκλιπών χρηματοδότης «έκλεψε» γυμνές φωτογραφίες των αδελφών της.
Η Φάρμερ ανέφερε στο FBI τη δράση του Έπστιν, αλλά οι αρχές δεν παραδέχθηκαν ποτέ δημοσίως ότι συνέταξαν μία τέτοια έκθεση, σύμφωνα με τους New York Times. Η εφημερίδα σημείωσε επίσης πώς μια εσωτερική έρευνα για τον χειρισμό της υπόθεσης του Έπστιν από το υπουργείο Δικαιοσύνης δεν συμπεριέλαβε αυτή την αναφορά.
Σύμφωνα με πληροφορίες, «η καταγγέλλουσα [Μαρία Φάρμερ] δήλωσε ότι είναι επαγγελματίας καλλιτέχνης και φωτογράφισε τις αδελφές της 12 και 16 ετών για το δικό της [προσωπικό] έργο τέχνης». «Ο Έπστιν έκλεψε τις φωτογραφίες και τα αρνητικά και πιστεύεται ότι πούλησε τις φωτογραφίες σε πιθανούς αγοραστές», προσθέτει.
Η έκθεση ανέφερε επίσης ότι ο Έπστιν ζήτησε «φωτογραφίες νεαρών κοριτσιών σε πισίνες» και απείλησε τη Φάρμερ, λέγοντας «ότι αν πει σε κάποιον για τις φωτογραφίες θα κάψει το σπίτι της».
Δεν είναι σαφές τι έκανε το FBI με αυτή την έκθεση. Είναι σαφές, ωστόσο, ότι ο Έπστιν συνέχισε να κακοποιεί κορίτσια για χρόνια αφότου η Μαρία Φάρμερ κατήγγειλε το βίωμά της στις αρχές. Ο Έπστιν δεν αντιμετώπισε δίωξη σχετικά με την κακοποίηση εφήβων κοριτσιών μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2000.
Το FBI απέρριψε το αίτημα του Guardian για σχολιασμό.
