ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Τσιάρας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Eνας από τους πλέον ισχυρούς όσο και λαομίσητους πολιτικούς της νεότερης αμερικανικής αλλά και παγκόσμιας Ιστορίας, ο Ντικ Τσέινι, πέθανε χτες από πνευμονία σε ηλικία 84 ετών. Ξεχασμένος τα τελευταία χρόνια από εχθρούς και φίλους, «αφορισμένος» από τα κοινά, ο πολεμοχαρής Τσέινι θα μείνει στις μνήμες όλων σαν ένας από τους βασικότερους αρχιτέκτονες της αμερικανικής «Νέας Τάξης Πραγμάτων» και ιδίως του «Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας» μετά την 11/9/2001, που με τον μανδύα του «πολεμικού ανθρωπισμού» και του βιαίως επιβληθέντα «εκδημοκρατισμού» οδήγησε -κι ακόμα οδηγεί – στον θάνατο εκατομμύρια αθώους ανθρώπους και κατέστρεψε δεκάδες «ανυπάκουα» κράτη σε όλο τον κόσμο, διαλύοντας ολόκληρες κοινωνίες και αρπάζοντας τους πόρους τους.

Ακούγοντας τις αποχαιρετιστήριες δηλώσεις από τις ΗΠΑ, κάποιος ίσως πιστέψει ότι πέθανε ένας μεγάλος πατριώτης, ένας άνθρωπος που υπηρέτησε πιστά τις δημοκρατικές αξίες και έδειξε μεγάλη αγάπη για τους συνανθρώπους του. Οχι βέβαια- ο Τσέινι υπήρξε σε όλη του την καριέρα ένα βαθιά κυνικό και θρασύδειλο… «κοτογεράκι» (chickenhawk), ένας πιστός υπηρέτης του στρατο-βιομηχανικού συμπλέγματος που απέφυγε τη θητεία στο Βιετνάμ για να χωθεί στον κομματικό μηχανισμό των Ρεπουμπλικάνων και να γίνει με τα χρόνια πρωταγωνιστής στον κλειστό κύκλο των Νeocons, των νεοσυντηρητικών εγκεφάλων που κυριάρχησαν και συνεχίζουν να κυριαρχούν στη χάραξη της αμερικανικής εξωτερικής (διάβαζε: πολεμικής) πολιτικής. Σε αντίθεση με εκατοντάδες χιλιάδες συνομηλίκους του, βλέπετε, κατάφερε να πάρει πέντε αναβολές στράτευσης και τελικά να αποφύγει πλήρως τον «σκόπελο» του Βιετνάμ, κερδίζοντας για πάντα τον τίτλο του «lead chickenhawk», του… βασιλιά των κοτογερακιών. Οχι φυσικά γιατί ήταν ειρηνιστής, αλλά γιατί πάντα προτιμούσε να στέλνει άλλους να πεθαίνουν στους πολέμους που ο ίδιος σχεδίαζε.

Το 1968, λοιπόν, μετακομίζει στην Ουάσινγκτον και γνωρίζει τον Ντόναλντ Ράμσφελντ, από τον οποίο «κλέβει» τον παροιμιώδη πολιτικό κυνισμό και τη πολεμοκαπηλία του. Χάρη σε αυτή και άλλες γνωριμίες, και παρά την πανθομολογούμενη έλλειψη πολιτικού ταλέντου, «τρυπώνει» στην κυβέρνηση Νίξον και αρχίζει να ανεβαίνει τα σκαλιά, έως ότου το 1975 γίνεται βοηθός του Ράμσφελντ στο υπουργείο Αμυνας. Το Πεντάγωνο γίνεται δεύτερο σπίτι του, οι πολεμικές βιομηχανίες και οι διάφορες «δεξαμενές σκέψεις» τα αφεντικά του και ο μυστικός πόλεμος κατά της Σοβιετικής Ενωσης και των άλλων «εχθρών της Αμερικής» η πραγματική αποστολή του. Ο Φορντ πέφτει και ο Τσέινι «εξορίζεται» για μια δεκαετία στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Κερδίζει όμως την εμπιστοσύνη του νέου προέδρου Μπους, που το ’89 τον διορίζει υπουργό Αμυνας – πάνω στην ώρα για να διευθύνει την εισβολή στον Παναμά και, φυσικά, την αιματηρότατη «Καταιγίδα της Ερήμου» ενάντια στο Ιράκ. Τότε στήνεται και η… μαύρη ομάδα των Νεοσυντηρητικών που τον συνόδευσε σε όλη τη μετέπειτα σταδιοδρομία του – διαβόητες προσωπικότητες σαν τον Ντόναλντ Ατγουντ και τον «πρίγκιπα του σκότους» Πολ Γούλφοβιτς.

Οταν φεύγει από το Πεντάγωνο, το 1993, για να περάσει στον ιδιωτικό τομέα, ο κόσμος έχει αλλάξει δραματικά – η Σοβιετική Ενωση έχει καταρρεύσει και η Αμερική είναι ο μοναδικός «χωροφύλακας του πλανήτη». Είναι η έναρξη της -κατά τον καθηγητή Μιαρσχάιμερ- «μονοπολικής στιγμής» και χάρη σε αυτόν και τους «ιδεολόγους» φίλους του, η αμερικανική εξωτερική πολιτική έχει ήδη «ευθυγραμμιστεί» στις νέες της προτεραιότητες – αφενός την αρπαγή των πετρελαίων της Μέσης Ανατολής και αφετέρου την περικύκλωση και διάλυση της Ρωσίας μέσω της επέκτασης του ΝΑΤΟ και της περικύκλωσής της από εχθρικές δυνάμεις.

Το μίσος τους για τη Ρωσία και τους τελευταίους συμμάχους της, όπως η Γιουγκοσλαβία, ήταν τόσο μεγάλο ώστε συχνά τους οδηγούσε σε σύγκρουση με τον πατέρα Μπους, που ήταν πιο πραγματιστής στις σχέσεις με τις άλλες μεγάλες δυνάμεις: ταυτόχρονα, η επιμονή του με την εγκατάσταση στρατιωτικών βάσεων στη Μέση Ανατολή και τον Περσικό, και την ανατροπή των καθεστώτων του «Αξονα του Κακού», οδήγησε στη γιγάντωση του ισλαμιστικού κινήματος και την εμφάνιση φανατικών αντιαμερικανικών οργανώσεων σαν την αλ-Καιντα, με τα γνωστά σε όλους κατοπινά αποτελέσματα. Και δεν είναι καθόλου υπερβολικό να ισχυριστεί κάποιος ότι σχεδόν όλοι οι πόλεμοι των τελευταίων τριών δεκαετιών, περιλαμβανομένων των σημερινών συρράξεων στην Ουκρανία, τη Γάζα και το Σουδάν, «συνελήφθησαν» ως σπόροι του κακού στο κατάμαυρο Πεντάγωνο του Τσέινι…

Οσο κυβερνά ο Κλίντον, ο Τσέινι θησαυρίζει: το 1995 γίνεται διευθυντής της Halliburton, ενός διαπλεκόμενου εργολαβικού γίγαντα που χτίζει στρατιωτικές βάσεις σε όλο τον κόσμο και αντλεί δισεκατομμύρια δολάρια από το Πεντάγωνο. Τον Ιούλιο του 2000, όμως, ο Τζορτζ Μπους Τζούνιορ ανακοινώνει τον διόλου δημοφιλή Τσέινι ως υποψήφιο αντιπρόεδρό του και μαζί κερδίζουν (λέμε τώρα) τις εκλογές. Για τα επόμενα οχτώ χρόνια ο Τσέινι γίνεται ο μακράν ισχυρότερος αντιπρόεδρος στην Ιστορία, κυβερνώντας όχι μόνο την Αμερική αλλά κυριολεκτικά ολόκληρο τον πλανήτη στη θέση του… μυαλοφυγόδικου Τζούνιορ,- ιδίως μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στους Δίδυμους Πύργους το 2001, που «σαν άλλο Περλ Χάρμπορ» επιτρέπουν στους Neocons να επιβάλουν την ατζέντα τους για τον «Νέο Αμερικανικό Αιώνα».

Η εισβολή στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, με όλα τα ψέματα που προηγήθηκαν για δήθεν «όπλα μαζικής καταστροφής», οι «ατυχείς» αλλά πολύνεκροι πόλεμοι κατά της Ρωσίας στην Τσετσενία και τη Γεωργία, το πραξικόπημα στη Βενεζουέλα και οι «πολύχρωμες επαναστάσεις» στην Σερβία, την Ουκρανία και αλλού φέρουν σαφώς τα αποτυπώματα του «κοτογερακιού» από τη Νεμπράσκα και των φίλων του – ενώ η πανταχού παρούσα Halliburton συνέχιζε φυσικά να μαζεύει γιγάντια συμβόλαια, πηδώντας από τον ένα πόλεμο στον άλλον. Αλλά και μέσα στην Αμερική, ο Τσέινι πρωταγωνίστησε στην εγκαθίδρυση ενός συγχρόνου αστυνομικού κράτους με τις μαζικές παρακολουθήσεις της NSA και τα διαδοχικά σκάνδαλα διαφθοράς.

Το αποτέλεσμα ήταν όμως πως, όταν τελικά έφυγε από την εξουσία το 2009, ο Τσέινι ήταν ο πιο αντιδημοφιλής (αντι-)πρόεδρος στην Ιστορία, με αποδοχή μόλις 13%. Και ότι η κυνική και απάνθρωπη πολιτική του προκάλεσε τέτοια αποστροφή στην αμερικανική κοινωνία, ώστε αφενός να εκλέξει τον πρώτο μαύρο πρόεδρο, τον Ομπάμα, και αφετέρου να διχάσει τόσο βαθιά τους ίδιους τους Ρεπουμπλικάνους, ώστε να ανοίξει τον δρόμο προς την ηγεσία στον Ντόναλντ Τραμπ. Τον οποίο ο Τσέινι (και η κόρη του, που στο μεταξύ έγινε γερουσιαστής) πολέμησε όσο λίγοι, φτάνοντας στο σημείο να υποστηρίξει πέρσι δημόσια την Κάμαλα Χάρις!