Ένα ομοσπονδιακό εφετείο (το 2ο Εφετείο) απέρριψε τη Δευτέρα την έφεση που κατέθεσε ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εναντίον της απόφασης ενός πολιτικού δικαστηρίου που επιδικάζει αποζημίωση ύψους 83,3 εκατ. δολαρίων στην E. Ζαν Κάρολ για τις επανειλημμένες επιθέσεις του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τις δημόσιες δηλώσεις του εναντίον της αρθρογράφου γνωστής για τις συμβουλές της, αφού αυτή τον κατηγόρησε για σεξουαλική παρενόχληση.
Το 2ο Eφετείο των ΗΠΑ απέρριψε την έφεση αιτιολογώντας την αποζημίωση που επέβαλε το δικαστήριο ως «δίκαιη και λογική».
Μια τριμελής επιτροπή δικαστών, ενσωματώνοντας στο σκεπτικό της τις εκατοντάδες απειλές θανάτου που δέχτηκε η Κάρολ, δήλωσε ότι τα στοιχεία της υπόθεσης υποστήριζαν την «απόφαση του δικαστή ότι ο βαθμός κατακριτέας συμπεριφοράς του κ. Τραμπ ήταν εξαιρετικά υψηλός, ίσως άνευ προηγουμένου».
Ο Τραμπ είχε ισχυριστεί ότι η αποζημίωση ήταν αδικαιολόγητα υπερβολική, ιδίως η επιδίκαση 65 εκατομμυρίων δολαρίων ως ποινική αποζημίωση, και πίεσε για νέα δίκη μετά την επέκταση της προεδρικής ασυλίας με μια αμφιλεγόμενη απόφαση του Ανώτατου Δικαστήριου.
Ωστόσο, το Εφετείο απέρριψε κατηγορηματικά αυτά τα επιχειρήματα, γράφοντας ότι οι «εξαιρετικές και άνευ προηγουμένου» επιθέσεις του Τραμπ εναντίον της Κάρολ δικαιολογούσαν την υψηλή αποζημίωση, δεδομένων των «μοναδικών και σοβαρών γεγονότων της υπόθεσης».
Οι δικηγόροι του Τραμπ απάντησαν μέσω εκπροσώπου σε αίτημα για σχόλιο, ζητώντας «την άμεση παύση της πολιτικής εκμετάλλευσης του δικαστικού μας συστήματος και την ταχεία απόρριψη όλων των “κυνηγιών μαγισσών”, συμπεριλαμβανομένης της χρηματοδοτούμενης από τους Δημοκρατικούς παρωδίας των ψευδών ισχυρισμών της Κάρολ». Η υπόθεση πιθανότατα θα καταλήξει στο Ανώτατο Δικαστήριο.
Στην απόφασή του, το 2ο Εφετείο δήλωσε ότι υπάρχουν «άφθονες αποδείξεις» ότι ο Τραμπ ήταν απερίσκεπτα αδιάφορος για την υγεία και την ασφάλεια της Κάρολ, αφού «επέπληξε την κα Κάρολ ως ψεύτρα με πολιτικά και οικονομικά κίνητρα» και «υπονόησε ότι ήταν πολύ άσχημη για να την είχε κακοποιήσει σεξουαλικά» και ότι θα «πληρώσει ακριβά» για την καταγγελία της.
Από τη μεριά της, η δικηγόρος της Κάρολ, Ρομπέρτα Κάπλαν, χαιρέτισε την απόφαση, δηλώνοντας ότι το εφετείο επιβεβαίωσε ότι «η Κάρολ έλεγε την αλήθεια και ότι ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δεν έλεγε». Σημειώνοντας τις απειλές προς την πελάτισσά της, η Κάπλαν είπε ότι «ανυπομονούν να τελειώσει η διαδικασία της έφεσης».
Κατά τη δίκη, η Κάρολ κατέθεσε ότι φοβόταν για την ασφάλειά της μετά από εκατοντάδες απειλές θανάτου και την απώλεια της δεκαετούς καριέρας της στο περιοδικό Elle.
Η απόφαση επικεντρώθηκε στη δεύτερη — και πολύ πιο δαπανηρή — από τις δύο αποζημιώσεις για δυσφήμιση που επιδικάστηκαν στην Κάρολ για τις επί χρόνια επιθέσεις του Τραμπ κατά του χαρακτήρα της, οι οποίες ξεκίνησαν μετά την κατηγορία της Κάρολ στον Τραμπ στα απομνημονεύματά της, τα οποία κυκλοφόρησαν το 2019, ότι την είχε βιάσει δεκαετίες νωρίτερα σε ένα πολυκατάστημα της Μανχάταν.
Στα ίδια απομνημονεύματα αλλά και σε δίκη το 2023, η Κάρολ περιέγραψε πώς μια τυχαία συνάντηση με τον Τραμπ στο Bergdorf Goodman’s Fifth Avenue το 1996 ξεκίνησε με τους δύο να φλερτάρουν ενώ ψώνιζαν και τελείωσε με μια βίαιη πάλη μέσα σε ένα δοκιμαστήριο. Η Κάρολ είπε ότι ο Τραμπ την έσπρωξε με δύναμη στον τοίχο, της έβγαλε το καλσόν και την βίασε.
Στην αρχική δίκη, η επιτροπή δικαστών έκρινε τον Τραμπ ένοχο για σεξουαλική κακοποίηση, αλλά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν είχε διαπράξει βιασμό σύμφωνα με τον νόμο της Νέας Υόρκης. Ο Τραμπ αρνήθηκε επανειλημμένα ότι η συνάντηση έλαβε χώρα και κατηγόρησε την Κάρολ ότι την επινόησε για να πουλήσει το βιβλίο της. Είπε επίσης ότι η Κάρολ «δεν ήταν ο τύπος του».
Η κριτική επιτροπή του 2023 απένειμε στην Κάρολ 5 εκατομμύρια δολάρια ως αποζημίωση τόσο για την υποτιθέμενη επίθεση όσο και για τις δηλώσεις που έκανε ο Τραμπ μετά το τέλος της πρώτης προεδρίας του, αρνούμενος ότι είχε συμβεί.
Μετά από αυτή την πρώτη ετυμηγορία, το δικαστήριο διεξήγαγε μια δεύτερη δίκη με νέα σύνθεση για να αποφασίσει για την αποζημίωση η οποία αφορά δηλώσεις που έκανε ο Τραμπ επιτιθέμενος στον χαρακτήρα και την ειλικρίνεια της Κάρολ στη πρώτη προεδρική του θητεία.
Ο Τραμπ δεν παρευρέθηκε στην πρώτη δίκη, αλλά παρευρέθηκε στη δεύτερη, η οποία έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας για τις προεδρικές εκλογές του 2024. Παρουσίασε τη δίκη ως μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας να τον δυσφημίσουν και να τον εμποδίσουν να ανακτήσει τον Λευκό Οίκο.
Οι δικηγόροι του παραπονέθηκαν ότι ο δικαστής, καθορίζοντας τους κανόνες για τη δίκη αποζημίωσης, είχε απαγορεύσει στον Τραμπ και την ομάδα υπεράσπισής του να ισχυριστούν ενώπιον της κριτικής επιτροπής ότι ήταν αθώος. Ο δικαστής είπε ότι το ζήτημα είχε επιλυθεί από την πρώτη κριτική επιτροπή και δεν χρειαζόταν να επανεξεταστεί.
Τη Δευτέρα, το εφετείο συμφώνησε, λέγοντας ότι ο δικαστής της δίκης «δεν έσφαλε σε καμία από τις αμφισβητούμενες αποφάσεις και ότι οι αποζημιώσεις που επιδίκασε η κριτική επιτροπή ήταν εύλογες, λαμβάνοντας υπόψη τα εξαιρετικά και σοβαρά γεγονότα της υπόθεσης».
