Μπορεί ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών να συμπληρώνει τον Οκτώβριο 70 χρόνια ζωής, αλλά πίσω από τη φιέστα, την εορταστική ατμόσφαιρα και τις ομιλίες των ηγετών, αλλά και του γενικού γραμματέα του, του Μπαν Κι Μουν, στη γενική συνέλευση είναι σαφές ότι επείγει η επανεξέταση του ρόλου του ως υπερεθνικού οργάνου ισχύος, για την παγκόσμια ειρήνη αλλά και τη βελτίωση της ζωής των φτωχών και κατατρεγμένων σε όλο τον πλανήτη.
Η τεράστια αυτή «διπλωματική μηχανή», η οποία τουλάχιστον θεωρητικά έχει στόχο να καταστήσει ασφαλέστερο και πιο ανθρώπινο τον πλανήτη, κοστίζει και μάλιστα πολύ: 85.000 γραφειοκράτες, ετήσιος προϋπολογισμός 40 δισ. δολάρια, ήτοι 2.000 φορές περισσότερα απ’ ό,τι ήταν το 1946.
Τι μπορεί να γίνει, λοιπόν, ώστε ο ΟΗΕ να καταστεί περισσότερο λειτουργικός και αποτελεσματικός, αλλά κυρίως φτηνότερος;
Αυτό εξετάζουν από τις αρχές Σεπτεμβρίου τα υψηλόβαθμα στελέχη του διεθνούς οργανισμού, χωρίς ωστόσο να φαίνεται κάποια μείζονα αλλαγή στον ορίζοντα.
Στο επίκεντρο των προσπαθειών για μεταρρύθμιση κυριαρχεί το ισχυρότερο αλλά και το πλέον αμφιλεγόμενο όργανό του, το Συμβούλιο Ασφαλείας, το οποίο ομολογουμένως σπάνια επιτυγχάνει να εκπληρώσει τον θεσμοθετημένο ρόλο του, δηλαδή την εξασφάλιση της ειρήνης σε ταραγμένες ή εμπόλεμες περιοχές.
Κριτική ασκείται επίσης και για τις υπηρεσίες Υγείας του, οι οποίες στάθηκαν ανίκανες να αντιμετωπίσουν δραστικά επιδημίες όπως ο Εμπολα, και φυσικά για την Υπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες, η οποία και λόγω των τραγικών όσο και ραγδαίων παγκόσμιων εξελίξεων στο μεταναστευτικό πρέπει να ανταποκριθεί στους δύσκολους αυτούς καιρούς.
Ο τρίτος από ιδρύσεως του Οργανισμού γενικός γραμματέας, ο Νταγκ Χάμαρσκολντ, είχε κάνει ίσως το πλέον επιτυχημένο σχόλιο για τους στόχους του ΟΗΕ τονίζοντας ότι «δεν δημιουργήθηκε για να οδηγήσει την ανθρωπότητα στον παράδεισο, αλλά να τη σώσει από την κόλαση».
Γεγονός, ωστόσο, παραμένει ότι από το 1945 που ιδρύθηκε κατάφερε να παράσχει περίθαλψη, στέγαση και σίτιση σε εκατομμύρια ανθρώπους, ενώ η UNICEF βοήθησε εκατομμύρια παιδιά να μορφωθούν, μεταξύ αυτών και τον σημερινό γενικό γραμματέα Μπαν Κι Μουν.
Από την άλλη πλευρά, δεν παύει να είναι ένα γραφειοκρατικό τέρας το οποίο έχει παρουσιάσει πολλά σκάνδαλα διαφθοράς, τα οποία μάλιστα επιχείρησε να κουκουλώσει, ενώ το Συμβούλιο Ασφαλείας έχει ασκήσει από αντιδημοκρατικές έως άδικες πολιτικές.
Αναγκαίες οι μεταρρυθμίσεις
Οι εντάσεις πάντως δεν λείπουν καθώς οι μεν δυτικές κυβερνήσεις θεωρούν τον ΟΗΕ άτολμο και αναποτελεσματικό, οι δε αναπτυσσόμενες, αντιδημοκρατικό και ελεγχόμενο από μεγιστάνες, όπως π.χ. η οικογένεια Ροκφέλερ που δώρισε το κτίριο όπου στεγάζεται ο οργανισμός στη Νέα Υόρκη.
Το σοβαρότερο όσο και επίκαιρο πρόβλημα, ωστόσο, είναι το κόστος λειτουργίας του. Ενα κόστος ανισομερές αφού οι 17 υπηρεσίες του και η γενική γραμματεία του απασχολούν 41.000 υπαλλήλους οι αποδοχές των οποίων έχουν διπλασιαστεί την τελευταία 20ετία φτάνοντας τα 5,4 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.
Επιπροσθέτως ο οργανισμός διατηρεί 1.200 γραφεία σ’ ολόκληρο τον πλανήτη: υπάρχουν κράτη όπου το κόστος λειτουργίας του οργανισμού φτάνει τα 9 δισ. δολάρια ετησίως! Και δυστυχώς το μισό απ’ αυτό το ποσό πηγαίνει για λειτουργικά έξοδα και μισθούς, αφήνοντας ελάχιστα για δράσεις και ενέργειες που θα ανακούφιζαν τους πραγματικά πάσχοντες.
Τις πταίει λοιπόν; Η πολιτική διαδραματίζει μείζονα ρόλο στη λειτουργία του, με τις Μεγάλες Δυνάμεις να έχουν το «πάνω χέρι». Οπως υποστηρίζει μάλιστα η Βαλερί Αμος, «παρά το γεγονός ότι όλες οι Μεγάλες Δυνάμεις», οι οποίες… τυγχάνει να είναι μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας, «θέλουν να έχουν έναν συμπατριώτη τους σε θέση-κλειδί του Οργανισμού».
Γι’ αυτό και οι ΗΠΑ έχουν αναλάβει τη UNICEF και το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα, η Κίνα το τμήμα Οικονομικών και Κοινωνικών Υποθέσεων και η Ρωσία την καταπολέμηση του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος.
Αλλωστε τα πέντε μόνιμα μέλη του Σ.Α., δηλαδή οι νικητές του Β΄ Παγκοσμίου Πόλεμου, αλλά και χώρες με κολοσσιαία πολεμική βιομηχανία έχουν το πανίσχυρο δικαίωμα του βέτο.
Ενα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα κατάχρησής του αποτελούν οι ΗΠΑ, οι οποίες το έχουν χρησιμοποιήσει περισσότερες φορές απ’ ό,τι τα υπόλοιπα τέσσερα μόνιμα μέλη συνδυαστικά, προκειμένου να προστατεύουν το Ισραήλ από επικριτικά γι’ αυτό ψηφίσματα στο παλαιστινιακό ζήτημα.
Ανευ νοήματος
Εντυπωσιακή είναι η μαρτυρία της Ελεν Κλαρκ, επικεφαλής του Προγράμματος Ανάπτυξης του ΟΗΕ (UNPD), η οποία μιλώντας στην «Guardian» είπε ότι το πρώτο πραγματικά στρατηγικό σχέδιο του οργανισμού εκπονήθηκε μόλις το 2007 και ήταν τόσο ασαφές αναφορικά με τους στόχους που έπρεπε να πετύχει, ώστε κυριολεκτικά δεν έβγαζε νόημα.
Από την πλευρά του το στέλεχος του ΟΗΕ Ντέιβιντ Σίρερ, ο οποίος υπήρξε επικεφαλής της ΜΚΟ Save the Children στη Σομαλία, τη Ρουάντα και τη Σρι Λάνκα επί 20 χρόνια πριν ενταχθεί στις τάξεις του Οργανισμού, επισημαίνει το γεγονός ότι ο ΟΗΕ έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα: ενώ οι ΜΚΟ πολλές φορές διώκονται από αυταρχικά καθεστώτα, ο ΟΗΕ δεν μπορεί να αγνοηθεί λόγω των μεγάλων δυνατοτήτων μαζικού εφοδιασμού που διαθέτει, φέρνοντας ως παράδειγμα το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα Σίτισης (World Food Program). «Ωστόσο παραμένει ένας βαθιά γραφειοκρατικός οργανισμός, κάτι που δεν έχει αλλάξει εδώ και δεκαετίες».
Αυτό, όπως είπε, επιβεβαιώθηκε και από έκθεση που συνέταξε ο ΟΗΕ μαζί με τους πρωθυπουργούς της Βρετανίας, της Νορβηγίας, της Μοζαμβίκης και του Πακιστάν, με κύριο αντικείμενο τον τρόπο λειτουργίας του, ο οποίος χαρακτηρίστηκε ανεπαρκής και αναποτελεσματικός.
