Η φωτιά που έπληξε το νησί Μάουι της Χαβάης κι έσβησε από τον χάρτη τη Λαχάινα, μια ιστορική πόλη 13.000 κατοίκων και πόλο τουριστικής έλξης, είναι πια επίσημα η φονικότερη των τελευταίων 100 ετών στις ΗΠΑ. Πιο φονική από εκείνη του 2018 στην Καλιφόρνια που άφησε πίσω της τουλάχιστον 85 θύματα. Μέχρι χθες υπήρχαν 93 καταγεγραμμένοι νεκροί. Ενας αριθμός που δυστυχώς πιστεύεται ότι θα αυξηθεί κατά πολύ, καθώς οι αγνοούμενοι ανέρχονται στους 1.000, ενώ τα σωστικά συνεργεία με τη βοήθεια σκύλων εκπαιδευμένων στον εντοπισμό πτωμάτων έχουν ελέγξει μόλις το 3% της πληγείσας περιοχής, όπως δήλωσε ο αρχηγός της αστυνομίας του Μάουι, Τζον Πελετίερ.
Το αμερικανικό υπουργείο Υγείας κήρυξε τη Χαβάη σε κατάσταση έκτακτης υγειονομικής ανάγκης, ενώ οι αρχές του Μάουι προειδοποιούν τους κατοίκους να μην πίνουν το νερό της βρύσης λόγω κινδύνου από τοξικές ουσίες και να το χρησιμοποιούν μόνο για σύντομα ντους. Από το Σαββατοκύριακο, όπως είπε ο Δημοκρατικός κυβερνήτης της Χαβάης Τζος Γκριν, 500 δωμάτια ξενοδοχείων είναι διαθέσιμα για τους κατοίκους που έμειναν άστεγοι και άλλα τόσα για το προσωπικό της FEMA, της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Διαχείρισης Κρίσεων που έχουν μεταβεί στο νησί. Πρόσθεσε μάλιστα ότι γίνονται συνεννοήσεις με την Airbnb προκειμένου να διατεθούν σπίτια σε ντόπιους άστεγους με μακροχρόνια μίσθωση. Σύμφωνα με πρόχειρους υπολογισμούς των τοπικών αρχών και της FEMA, το κόστος της αποκατάστασης των ζημιών υπολογίζεται κοντά στα 6 εκατομμύρια δολάρια.
«Εχουμε ζήσει πυρκαγιές εδώ και δεκαετίες. Είναι όμως η πρώτη φορά που μια πυρκαγιά συμβαίνει σε συνθήκες μεγάλης ξηρασίας, υπερθέρμανσης του πλανήτη και με έναν τυφώνα να μαίνεται δίπλα μας», σχολίασε ο κυβερνήτης Γκριν, αποδίδοντας την καταστροφή σε ένα συνδυασμό παραγόντων που προκάλεσαν την «τέλεια καταιγίδα».
Και πάλι όμως, αυτό δεν εξηγεί γιατί δεν λειτούργησε το περίφημο σύστημα συναγερμού της Χαβάης. Οι σειρήνες δεν ήχησαν για να καλέσουν τον κόσμο να εκκενώσει έγκαιρα τη Λαχάινα. Μηνύματα εστάλησαν στα κινητά τηλέφωνα, αλλά συχνά δεν έφτασαν στους αποδέκτες τους, καθώς οι πυρκαγιές προκάλεσαν σοβαρές βλάβες στο σύστημα κινητής τηλεφωνίας. Επίσης, φαίνεται ότι υπήρξε αποτυχία και στον τομέα της πρόληψης.
Ρεπορτάζ της Washington Post έγραφε ότι τέσσερις μέρες πριν την καταστροφή στο Μάουι οι μετεωρολόγοι είχαν προειδοποιήσει τις αρχές της Χαβάης για υψηλότατο κίνδυνο πυρκαγιάς. «Η εταιρεία ηλεκτρισμού έλαβε ορισμένα προληπτικά μέτρα, όμως δεν εφάρμοσε αυτό που θεωρείται ευρέως ως το πιο επιθετικό, αλλά ταυτόχρονα αποτελεσματικό μέτρο ασφαλείας: τη διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος. Αρκετές πολιτείες, ανάμεσά τους η Καλιφόρνια, υιοθετούν ολοένα πιο συχνά αυτή τη μέθοδο ασφαλείας μετά τις πιο καταστροφικές και θανατηφόρες πυρκαγιές το 2017 και το 2018», σημείωνε η αμερικανική εφημερίδα.
Κι ενώ ουδείς γνωρίζει πώς ακριβώς ξεκίνησαν οι φονικές πυρκαγιές στο Μάουι, η γενική εισαγγελέας της Χαβάης Αν Λόπες ανήγγειλε τη διεξαγωγή έρευνας για τις αποφάσεις που ελήφθησαν σε επίπεδο πολιτείας πριν και μετά το ξέσπασμα της φωτιάς, το πόρισμα της οποίας μπορεί να χρειαστεί εβδομάδες ή και μήνες.
