Tο παιχνίδι του δειλού κοτόπουλου, όπου δύο οδηγοί οδηγούν τα αυτοκίνητά τους ο ένας εναντίον του άλλου, σε μια διαδρομή σύγκρουσης, θυμίζει η πολύμηνη διαμάχη της κυβέρνησης Μπάιντεν με τους Ρεπουμπλικανούς για την επέκταση του ορίου του αμερικανικού χρέους. Αν ο ένας από τους δύο υποχωρήσει, βγαίνοντας από τον δρόμο, τότε θα είναι το κοτόπουλο ο δειλός, ενώ αν κανείς τους δεν στρίψει το τιμόνι, τότε θα επέλθει το… μοιραίο. Και αν το Κογκρέσο δεν καταφέρει να συμφωνήσει στην αναστολή ή την αύξηση του ανώτατου ορίου του χρέους, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα αθετήσει τις πληρωμές της, προκαλώντας πιθανότατα εκτεταμένη οικονομική κρίση, όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο. Η υπουργός Οικονομικών Τζάνετ Γέλεν, που από τον Ιανουάριο αξιοποιεί λογιστικές τακτικές –γνωστές ως «έκτακτα μέτρα»– για να καλύψει το χρηματοδοτικό κενό, προειδοποίησε πρόσφατα ότι μια χρεοκοπία θα μπορούσε να επέλθει από την 1η Ιουνίου, πυροδοτώντας παγκόσμια ύφεση. Το ζήτημα απασχολεί ήδη το G7, αλλά και το ΔΝΤ, που κάλεσε χθες όλα τα εμπλεκόμενα μέρη να επιλύσουν τις διαφορές τους, το συντομότερο δυνατόν, καθώς ενδεχομένη στάση πληρωμών θα έχει σκληρό αντίκτυπο στην παγκόσμια οικονομία. Κάποιοι οικονομολόγοι έχουν προειδοποιήσει δε για χειρότερες επιπτώσεις από την κατάρρευση της Lehman Brothers, το 2008.
Η πλειονότητα των παρατηρητών πιστεύει πάντως ότι, όπως και στο παρελθόν, η σύγκρουση και η καταστροφή θα αποφευχθούν τελικά. Ωστόσο, αυτή τη φορά υπάρχει ένας αστάθμητος παράγοντας, ο ένας από τους δύο οδηγούς έχει… τρελαθεί: μεγάλη μερίδα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, ένα σημαντικό ποσοστό των εκπροσώπων τους στο Κογκρέσο, δείχνουν ευχαριστημένοι με τη σκέψη μιας χρεοκοπίας της χώρας τους. «Μια χρεοκοπία θα ήταν προτιμότερη από την έλλειψη φραγμών σε μια κυβέρνηση που ξοδεύει τα χρήματα σαν τους μεθυσμένους ναύτες», είπε χαρακτηριστικά την περασμένη Τέταρτη ο Ντόναλντ Τραμπ, εκφράζοντας αυτή τη μερίδα του κόμματός του. Το κομμάτι αυτό, όπως υποστηρίζουν αρκετοί Αμερικανοί, δεν επιδιώκει μόνο περικοπές σε δημόσιες δαπάνες που έχει ήδη εγκρίνει το Κογκρέσο ή να επιφέρει ένα καίριο χτύπημα στο αντίπαλο κόμμα, αλλά να γκρεμίσει μια για πάντα ό,τι έχει απομείνει από την εποχή του New Deal στις ΗΠΑ. Το ερώτημα, βέβαια, είναι τι θα τους υποδείξουν να πράξουν στο τέλος οι πλούσιοι χρηματοδότες τους.
Πάντως, το εθνικό χρέος των ΗΠΑ, που σήμερα ξεπερνά τα 31 τρισεκατομμύρια δολάρια, έχει συσσωρευτεί και από τα δύο κόμματα. Κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης Τραμπ, αυξήθηκε κατά περίπου 7,8 τρισ. δολάρια, ενώ από την κυβέρνηση Μπάιντεν κατά 3,7 τρισ. δολάρια, μέχρι στιγμής.
Το ανώτατο όριο χρέους είναι απλώς το ανώτατο όριο του ποσού που μπορούν να δανειστούν οι ΗΠΑ –από τράπεζες, επενδυτές, ξένες χώρες κ.λπ.– για να χρηματοδοτήσουν τις δαπάνες που έχει αποφασίσει το Κογκρέσο. Θεσπίστηκε για πρώτη φορά το 1917, προκειμένου να διευκολυνθεί η χρηματοδότηση των προσπαθειών κινητοποίησης στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και οι ΗΠΑ είναι η μοναδική χώρα που οι νομοθέτες της καλούνται κάθε λίγα χρόνια να αποφασίζουν για την αναστολή του ή την αύξησή του.
Από τη δεκαετία του 1960, το Κογκρέσο έχει αυξήσει το όριο του χρέους περισσότερες από 70 φορές. Οι 20 από αυτές τις φορές ήταν τα τελευταία 23 χρόνια και οι τρεις τελευταίες επί προεδρίας Τραμπ.
Επίσης, από τη δεκαετία του 1950, όταν ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος Ντουάιτ Αϊζενχάουερ αντιμετώπισε την αντίσταση των Δημοκρατικών στις προτάσεις του για αύξηση των δαπανών, το ανώτατο όριο χρέους έχει χρησιμοποιηθεί όλο και περισσότερο ως μοχλός πίεσης στις διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό. Σημείο καμπής αποτελεί η διαμάχη του 2011, όταν οι Ρεπουμπλικανοί αρνήθηκαν να αυξήσουν το όριο του χρέους, έως ότου ο πρόεδρος Ομπάμα συμφωνήσει σε βασικές περικοπές δαπανών, μερικές από τις οποίες τελικά επέτυχαν. Οι ΗΠΑ έφτασαν πολύ κοντά στη χρεοκοπία εκείνη τη χρόνια, οδηγώντας τη Standard & Poor’s σε υποβάθμιση της πιστοληπτικής τους ικανότητας. Έκτοτε, οι Ρεπουμπλικανοί έχουν γίνει πιο επιθετικοί απέναντι στην επέκταση του ορίου είτε για να αποσπάσουν παραχωρήσεις είτε για να στείλουν ένα μήνυμα.
Στην τρέχουσα κρίση, ερωτήματα προκαλεί πάντως η μέχρι τώρα άρνηση του Τζο Μπάιντεν να επικαλεστεί τη 14η τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι «η εγκυρότητα του δημόσιου χρέους των Ηνωμένων Πολιτειών, που επιτρέπεται από τον νόμο… δεν πρέπει να αμφισβητείται». Νομικοί κύκλοι υποστηρίζουν ότι η τροπολογία του 19ου αιώνα καθιστά επί της ουσίας το ανώτατο όριο χρέους αντισυνταγματικό, καθώς απειλεί την εγκυρότητα του δημόσιου χρέους των ΗΠΑ, δημιουργώντας την πιθανότητα χρεοκοπίας.
Πάντως, τις τελευταίες ημέρες υπάρχουν κάποιες ενδείξεις συμβιβασμού μεταξύ των δύο κομμάτων. Σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες, αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου αναγνωρίζουν ότι πρέπει να αποδεχτούν κάποιες περικοπές δαπανών ή αυστηρά ανώτατα όρια στις μελλοντικές δαπάνες, προκειμένου να καταλήξουν σε μια συμφωνία. Επιμένουν ωστόσο ότι τα προγράμματα που αποφασίστηκαν με επίκεντρο την κλιματική αλλαγή, θα πρέπει να διατηρηθούν. Από την άλλη πλευρά, το νομοσχέδιο που πέρασαν οι Ρεπουμπλικανοί, τον Απρίλιο, στη Βουλή των Αντιπροσώπων, για την αναστολή του ορίου δανεισμού, μειώνει τις δημόσιες δαπάνες στα επίπεδα του 2022, περιορίζει τη μελλοντική τους αύξηση κάτω από τον πληθωρισμό και καταργεί τα κίνητρα για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ηλεκτρικά οχήματα και άλλες φιλικές προς το κλίμα τεχνολογίες, που θέσπισε η κυβέρνηση Μπάιντεν. Οι περικοπές αυτές αφαιρούν περίπου 200 δισ. δολάρια από τον προϋπολογισμό, που σχεδιάζει να καταθέσει η κυβέρνηση Μπάιντεν, για το 2024 και ψαλιδίζουν κάθετα σημαντικά κονδύλια κοινωνικής πρόνοιας.
