Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Την επανεκλογή του θα διεκδικήσει το 2024 ο Τζο Μπάιντεν, όπως ανακοίνωσε επίσημα την Τρίτη, ζητώντας από τους ψηφοφόρους να του δώσουν περισσότερο χρόνο για να «τελειώσει τη δουλειά» που ξεκίνησε όταν ορκίστηκε και να παραμερίσουν τις ανησυχίες τους σχετικά με την παράταση της θητείας του γηραιότερου προέδρου της Αμερικής για άλλα τέσσερα χρόνια.

Ο Μπάιντεν, ο οποίος θα είναι 86 ετών στο τέλος μιας ενδεχόμενης δεύτερης θητείας, αντιμετωπίζει μια ομαλή πορεία για να κερδίσει την υποψηφιότητα του κόμματός του, χωρίς σοβαρούς δημοκρατικούς αντιπάλους. 

Η ανακοίνωση, σε ένα τρίλεπτο βίντεο, έρχεται στην επέτειο τεσσάρων χρόνων από όταν ο Μπάιντεν ανακοίνωσε την υποψηφιότητά του για τον Λευκό Οίκο το 2019, υποσχόμενος να θεραπεύσει την «ψυχή του έθνους» εν μέσω της ταραχώδους προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ.

«Είπα ότι βρισκόμαστε σε μια μάχη για την ψυχή και τον χαρακτήρα της Αμερικής, και είμαστε ακόμα», είπε ο Μπάιντεν. «Το ερώτημα που αντιμετωπίζουμε είναι εάν τα επόμενα χρόνια θα έχουμε περισσότερη ή λιγότερη ελευθερία. Περισσότερα δικαιώματα ή λιγότερα».

Ενώ το ζήτημα της επανεκλογής είναι δεδομένο για τους περισσότερους σύγχρονους προέδρους, αυτό δεν ίσχυε πάντα για τον Μπάιντεν, καθώς μια αξιοσημείωτη μερίδα Δημοκρατικών ψηφοφόρων έχουν δηλώσει ότι θα προτιμούσαν να μην είναι υποψήφιος, εν μέρει λόγω της ηλικίας του – ανησυχίες που ο Μπάιντεν χαρακτήρισε «απόλυτα φυσιολογικές».

Ωστόσο, λίγα πράγματα έχουν ενώσει τους Δημοκρατικούς ψηφοφόρους κι ένα από αυτά είναι η προοπτική επιστροφής του Τραμπ στην εξουσία, με την πολιτική θέση του Μπάιντεν εντός του κόμματός του να σταθεροποιείται όταν οι Δημοκρατικοί σημείωσαν μια καλύτερη από την αναμενόμενη επίδοση στις ενδιάμεσες εκλογές του περασμένου έτους, με τον πρόεδρο να θέτει ξανά υποψηφιότητα, προτάσσοντας τα ίδια θέματα που ανέδειξαν το κόμμα του το περασμένο φθινόπωρο, ιδιαίτερα τη διατήρηση της πρόσβασης στις αμβλώσεις.

«Ελευθερία. Η προσωπική ελευθερία είναι θεμελιώδης για το ποιοι είμαστε ως Αμερικανοί. Δεν υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό. Τίποτα πιο ιερό», ανέφερε ο Μπάιντεν στο βίντεο, στο οποίο παρουσιάζεται το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ως εξτρεμιστικό που προσπαθεί να απαγορεύσει την πρόσβαση στις αμβλώσεις, να περικόψει την κοινωνική ασφάλιση, να περιορίσει τα δικαιώματα ψήφου και να εξαφανίσει σκέψεις με τις οποίες διαφωνεί. «Σε όλη τη χώρα, οι εξτρεμιστές MAGA παρατάσσονται για να αφαιρέσουν αυτές τις θεμελιώδεις ελευθερίες», τονίζει χαρακτηριστικά και προσθέτει: «Δεν είναι ώρα για εφησυχασμό. Γι’ αυτό είμαι υποψήφιος για επανεκλογή. Ξέρω ότι μπορούμε».

Η επίσημη δήλωση του Μπάιντεν τερματίζει κάθε αμφιβολία που παρέμενε για τις προθέσεις του και ξεκινά μια αναμέτρηση που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ρεβάνς με τον αντίπαλό του το 2020, τον πρώην πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Μπαίνει στην κούρσα με σημαντικό νομοθετικό έργο αλλά χαμηλά ποσοστά αποδοχής, ένα αίνιγμα που οι σύμβουλοί του δεν έχουν καταφέρει μέχρι στιγμής να λύσουν. 

Τα 2/3 ερωτηθέντων σε έρευνα γνώμης δε θέλουν ούτε Μπάιντεν ούτε Τραμπ

Περίπου το ήμισυ των Αμερικανών Δημοκρατικών δηλώνουν ότι ο Τζο Μπάιντεν δεν θα πρέπει να επιδιώξει την επανεκλογή του και ότι είναι πολύ μεγάλος σε ηλικία για να είναι υποψήφιος για πρόεδρος, σε μια ανησυχητική ένδειξη για τον 80χρονο πολιτικό, σύμφωνα με δημοσκόπηση της Reuters/Ipsos.

Η τριήμερη δημοσκόπηση που ολοκληρώθηκε χθες, έδειξε ότι η αμερικανική κοινή γνώμη δεν ενθουσιάζεται από την προοπτική ενός επαναληπτικού αγώνα μεταξύ του Μπάιντεν και του Ντόναλντ Τραμπ, του προκατόχου του που έχει αυτή τη στιγμή το προβάδισμα για να λάβει το χρίσμα του Ρεπουμπλικανικού κόμματος, με περίπου τα δύο τρίτα των ερωτηθέντων συνολικά να μην επιθυμούν να δουν κανέναν από τους δυο υποψήφιο εκ νέου το 2024.

Εντός των δικών τους κομμάτων, το 44% των εγγεγραμμένων Δημοκρατικών που συμμετείχαν στη δημοσκόπηση, δήλωσε ότι ο Μπάιντεν δε θα πρέπει να επιδιώξει μια δεύτερη θητεία, συγκριτικά με το 34% των Ρεπουμπλικανών που δήλωσε ότι ο Τραμπ δεν θα πρέπει να είναι εκ νέου υποψήφιος, σύμφωνα με την πανεθνική δημοσκόπηση.

Από τότε που ανέλαβε την εξουσία, τον Ιανουάριο του 2021, ο Μπάιντεν έχει βρεθεί αντιμέτωπος με υψηλό πληθωρισμό και χαμηλά ποσοστά δημοτικότητας. Μόλις το 41% των συμμετεχόντων στη δημοσκόπηση –συμπεριλαμβανομέντου του 74% των Δημοκρατικών και του 10% των Ρεπουμπλικανών– εγκρίνουν τις επιδόσεις του ως προέδρου.

Η πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι υπεύθυνοι στην εκστρατεία για την επανεκλογή του έγκειται στο να δημιουργήσουν κλίμα ενθουσιασμού μεταξύ των Δημοκρατικών, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι εκείνοι θα προσέλθουν στις κάλπες τον Νοέμβριο του 2024.

Ο Μπάιντεν αναμένεται να αντιμετωπίσει ελάχιστη αντιπολίτευση στη διαδικασία για το χρίσμα των Δημοκρατικών, αφού θεωρήθηκε ότι βοήθησε το κόμμα να έχει καλύτερες επιδόσεις από τις αναμενόμενες στις ενδιάμεσες εκλογές του 2022. Οι Δημοκρατικοί έχασαν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων αλλά διατήρησαν την πλειοψηφία στη Γερουσία.

Το 61% των εγγεγραμμένων Δημοκρατικών στην έρευνα γνώμης δήλωσε ότι είναι πολύ μεγάλος σε ηλικία για να εργαστεί στην κυβέρνηση. Για λόγους σύγκρισης, μόνο το 35% των εγγεγραμμένων Ρεπουμπλικάνων δήλωσε ότι ο Τραμπ, 76 ετών, είναι πολύ μεγάλος σε ηλικία.

Ο Τραμπ είναι το φαβορί για το χρίσμα των Ρεμπουμπλικανών και ήταν η επιλογή του 50% των εγγεγραμμένων Ρεπουμπλικάνων στη δημοσκόπηση, ενώ ακολουθεί ο κυβερνήτης της Φλόριντα Ρον ΝτεΣάντις, που υποστηρίζεται από το 24% του κόμματος, αν και δεν έχει ανακοινώσει επισήμως την υποψηφιότητά του.

Σε μια υποθετική αναμέτρηση μεταξύ των δύο, ο Μπάιντεν προηγείται του Τραμπ με ποσοστό 43% έναντι 38% μεταξύ των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, ένα προβάδισμα για τον Δημοκρατικό που υπερβαίνει ελάχιστα το περιθώριο σφάλματος της δημοσκόπησης των 4 ποσοστιαίων μονάδων για τους εγγεγραμμένους ψηφοφόρους. Ο Μπάιντεν προηγείται επίσης μεταξύ των ανεξάρτητων ψηφοφόρων.

Σε ακόμα μία υποθετική αναμέτρηση μεταξύ δύο προσώπων, ο ΝτεΣάντις βρίσκεται ακόμα πιο πίσω με 34% έναντι 43% του Μπάιντεν.

Η δημοσκόπηση Reuters/Ipsos συγκέντρωσε απαντήσεις από 1.005 ενηλίκους στις ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων 445 που δηλώνουν Δημοκρατικοί και 361 Ρεπουμπλικανών.