Θα ήταν η πρώτη μεγάλη απεργία στους αμερικανικούς σιδηροδρόμους ύστερα από 30 χρόνια, με σοβαρές συνέπειες στις μεταφορές, στην αλυσίδα τροφοδοσίας και κατ’ επέκταση στην οικονομία. Τελικά, η απεργία που επρόκειτο να ξεκινήσει αμέσως μετά τα μεσάνυχτα της Παρασκευής ματαιώθηκε ή για την ακρίβεια αναβλήθηκε για αρκετές εβδομάδες, καθώς τα συνδικάτα των εργαζομένων και οι εργοδότες κατέληξαν σε μια αρχική συμφωνία μετά την παρέμβαση και την πίεση που άσκησε η κυβέρνηση Μπάιντεν προκειμένου να βρεθεί μια λύση.
Χθες τελικά, ύστερα από μια επίπονη 20ωρη διαπραγμάτευση που έγινε με πρωτοβουλία του Αμερικανού προέδρου στο υπουργείο Εργασίας παρουσία του αρμόδιου υπουργού Μάρτι Γουόλς, οι εκπρόσωποι των φορέων κατέληξαν σε συμφωνία η οποία, βέβαια, θα πρέπει να εγκριθεί από τα μέλη των συνδικάτων. Τη συμφωνία ανακοίνωσε ο ίδιος ο Τζο Μπάιντεν κάνοντας λόγο για μια «νίκη για δεκάδες χιλιάδες εργαζομένους στους σιδηροδρόμους, που εργάστηκαν ακούραστα κατά τη διάρκεια της πανδημίας για να διασφαλίσουν ότι οι οικογένειες και οι κοινότητες της Αμερικής θα παραλάμβαναν αυτά που μας κράτησαν αυτά τα δύσκολα χρόνια».
Σημασία όμως έχει να σταθούμε στα αίτια αυτής της απεργίας που δεν έγινε. Το προσωπικό των σιδηροδρόμων μειώθηκε από 600.000 που ήταν το 1970 σε περίπου 150.000 το 2022, σύμφωνα με τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας Εργασίας (Bureau of Labor Statistics). Ειδικά μέσα στην τελευταία εξαετία, οι εταιρείες έκαναν μείωση προσωπικού κατά 30%. Το αποτέλεσμα ήταν η σταδιακή επιδείνωση των συνθηκών εργασίας. Λόγω έλλειψης των απαραίτητων εργατικών χεριών, οι εργαζόμενοι πρέπει να είναι μονίμως σε επιφυλακή εκτός του ωραρίου τους ώστε να κάνουν έκτακτη αντικατάσταση εάν χρειαστεί.
Παράλληλα, οι περισσότερες εταιρείες έχουν καθιερώσει ένα απάνθρωπο «point system» που επέβαλε αυστηρούς κανονισμούς για την παρουσία στην εργασία. Αν κάποιος χρειαστεί να απουσιάσει για λόγους υγείας ή λόγω έκτακτης οικογενειακής ανάγκης, οι μέρες ή οι ώρες της απουσίας αφαιρούνται από τον μισθό του και από την καρτέλα με τους «πόντους». Αν κάποιος εξαντλήσει όλους τους πόντους, αντιμετωπίζει σοβαρές κυρώσεις ή και απόλυση.
Την ίδια στιγμή, βέβαια, οι εταιρείες και οι μέτοχοί τους θησαύριζαν. Για παράδειγμα, όπως αναφέρει το Reuters, o όμιλος του ζάμπλουτου Γουόρεν Μπάφετ έχει μεταξύ πολλών άλλων στην κατοχή του τη σιδηροδρομική εταιρεία BNSF, η οποία μέσα στο τελευταίο τετράμηνο αύξησε τα κέρδη της κατά 9.2%. Πολύ σωστά λοιπόν, ο ριζοσπάστης γερουσιαστής του Βερμόντ, Μπέρνι Σάντερς, κάλεσε τον Γουόρεν Μπάφετ να δώσει καλύτερους μισθούς στους εργαζομένους του αν θέλει να αποφύγει την απεργία, σημειώνοντας ότι ο μεγιστάνας αύξησε την περιουσία του κατά 36% μέσα στην πανδημία.
Βάσει της συμφωνίας που επιτεύχθηκε χθες, οι μισθοί των εργαζομένων στους σιδηροδρόμους θα αυξηθούν κατά 24% μέσα σε πέντε χρόνια, υπολογίζοντας από το 2020. Θα λάβουν επίσης μπόνους 1.000 δολαρίων ετησίως για το ίδιο διάστημα. Επίσης -και ίσως το πιο σημαντικό- τους αναγνωρίζεται το δικαίωμα σε επί πληρωμή αναρρωτική άδεια ή για οικογενειακούς λόγους.
Οπως επισήμαιναν αρκετά αμερικανικά μέσα, ο Μπάιντεν, ο οποίος χαρακτηρίζει εαυτόν ως τον «πιο φιλικό πρόεδρο απέναντι στα συνδικάτα», μπορεί να χαμογελά ανακουφισμένος. Η απεργία των σιδηροδρομικών θα είχε σοβαρές επιπτώσεις στην οικονομία και μάλιστα σε μια δύσκολη οικονομική συγκυρία όπως η σημερινή, δυσχεραίνοντας την πορεία των Δημοκρατικών προς την κάλπη του Νοεμβρίου για το Κογκρέσο. Επίσης, μπορεί να επιδείξει στους ψηφοφόρους του μια νίκη για τους εργαζομένους που επιτεύχθηκε χάρη και στη δική του μεσολάβηση. Win-win κατάσταση. Τουλάχιστον, μέχρι νεωτέρας…
