«Ισως χρειαστεί να το ξανακάνουμε». Με μια σαφή νύξη για ενδεχόμενη ολική επαναφορά στις προεδρικές εκλογές του 2024, ο Ντόναλντ Τραμπ έκλεισε το Σάββατο το CPAC, το πολιτικό συνέδριο των Συντηρητικών που φέτος έγινε στο Ντάλας του Τέξας και στο οποίο τα τελευταία χρόνια, όπως και στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, κυριαρχεί ο ίδιος και η ακραία ιδεολογία του.
Μια ιδεολογία με διεθνείς προεκτάσεις και συμμαχίες, όπως φάνηκε και από την ομιλία του ακροδεξιού πρωθυπουργού της Ουγγαρίας Βίκτορ Ορμπαν την Πέμπτη, ο οποίος καταχειροκροτήθηκε από τους θαμώνες του συνεδρίου και κέρδισε τα εύσημα από τον τέως πρόεδρο των ΗΠΑ.
Αν και οι καταθέσεις των μαρτύρων στην ερευνητική επιτροπή της Βουλής των Αντιπροσώπων για τα γεγονότα που οδήγησαν στην εισβολή στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου του 2021 υποδεικνύουν ως ηθικό αυτουργό τον Ντόναλντ Τραμπ, αυτό δεν φαίνεται να πτοεί καθόλου τον ίδιο ούτε τους υψηλόβαθμους κομματικούς υποστηρικτές του και τους ψηφοφόρους του.
Την περασμένη εβδομάδα μάλιστα, Ρεπουμπλικανοί που αμφισβητούν τη γνησιότητα του αποτελέσματος των προεδρικών εκλογών του 2020 κέρδισαν στην Αριζόνα και στο Μίσιγκαν στις εσωκομματικές προκριματικές για την ανάδειξη των υποψηφίων που θα αναμετρηθούν με τους Δημοκρατικούς αντιπάλους τους στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
«Αν έμενα σπίτι μου, η δίωξη κατά του Ντόναλντ Τραμπ θα σταματούσε αμέσως, όμως δεν μπορώ να το κάνω γιατί αγαπώ τη χώρα μου και αγαπώ τον λαό», είπε σε μια καθαρά αρχηγική εμφάνιση στο συνέδριο από το οποίο απουσίασαν πολλά πρωτοκλασάτα στελέχη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος που είχαν συνδεθεί με τη διακυβέρνησή του.
Χωρίς να ξεκαθαρίσει αν θα διεκδικήσει το χρίσμα το 2024, ο Τραμπ αναφέρθηκε στα γονεϊκά δικαιώματα, είπε πως αν ξαναγινόταν πρόεδρος θα καταργούσε το υπουργείο Παιδείας (!), αλλά πέρασε ξυστά το ζήτημα της δεύτερης τροποποίησης του Συντάγματος που αφορά την οπλοκατοχή, ενώ δεν αναφέρθηκε καθόλου στο φλέγον πρόβλημα των αμβλώσεων μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου που ακύρωσε τον εμβληματικό νόμο Ρόου εναντίον Γουέιντ, παρ’ όλο που αυτή η απόφαση αποτελεί εν πολλοίς δικό του έργο εξαιτίας των τριών δεξιών δικαστών που διόρισε στο Σώμα.
Τα γκάλοπ
Σε ένα γκάλοπ που έγινε εντός του συνεδρίου (δεν θα το έλεγε κανείς και τόσο αντικειμενικό) σχετικά με το ποιον υποψήφιο προτιμούν οι Ρεπουμπλικανοί ψηφοφόροι για το 2024, ο Ντόναλντ Τραμπ ήρθε πρώτος με 69%, ακολουθούμενος από τον φιλοτραμπικό (και απόντα από το CPAC) κυβερνήτη της Φλόριντα Ρον Ντε Σάντις, ο οποίος έλαβε 23%.
Τα πράγματα αλλάζουν όμως σε εθνικό επίπεδο. Σύμφωνα με πρόσφατο γκάλοπ για λογαριασμό των New York Times, οι μισοί Ρεπουμπλικανοί ψηφοφόροι δείχνουν πρόθυμοι να στηρίξουν κάποιον άλλο υποψήφιο εκτός του Τραμπ. Και πάλι όμως, ο τέως πρόεδρος έχει σαφές προβάδισμα με 49%, ενώ ο Ρον Ντε Σάντις ακολουθεί με 25%.
Συμπτωματικά πάντως, τις μέρες που το CPAC κινούνταν στο παράλληλο τραμπικό σύμπαν, ένας οπαδός του τέως προέδρου υποχρεώθηκε να προσγειωθεί στη σκληρή πραγματικότητα. Ο λόγος για τον διαβόητο ακροδεξιό συνωμοσιολόγο Αλεξ Τζόουνς, αφεντικό της ιστοσελίδας Infowars, ο οποίος την Παρασκευή καταδικάστηκε από δικαστήριο του Τέξας να καταβάλει αποζημίωση ύψους 45,2 εκατομμυρίων δολαρίων στους γονείς ενός από τα θύματα του μακελειού στο σχολείο Σάντι Χουκ του Κονέκτικατ το 2012 στο οποίο είχαν σκοτωθεί 20 παιδιά και έξι ενήλικες.
Ο Τζόουνς, ο οποίος ισχυριζόταν ότι η αιματηρή επίθεση ήταν απάτη στημένη από τους πολέμιους της ελεύθερης οπλοκατοχής και οι χαροκαμένοι γονείς ηθοποιοί, κρίθηκε ένοχος για διασπορά ψευδών ειδήσεων.
Οταν στριμώχτηκε στη δίκη, ο Τζόουνς υποστήριξε πως ήταν «τρελό» από μέρους του να ισχυριστεί πως η σφαγή δεν συνέβη ποτέ και είπε στους ενόρκους ότι η ένοπλη επίθεση ήταν «100% αληθινή». Για να αποδειχτεί για πολλοστή φορά πόσο θρασύδειλοι είναι οι ακροδεξιοί.
