Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Την αύξηση του ανώτατου αριθμού των προσφύγων, που γίνονται δεκτοί κάθε χρόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες, σε 62.500 για φέτος, αποφάσισε τελικά ο Τζο Μπάιντεν, μετά από κύμα επικρίσεων από υποστηρικτές και μέλη του κόμματός του ότι διατηρεί το όριο των 15.000, το οποίο είχε ορίσει ο Ντόναλντ Τραμπ στο πλαίσιο της σκληρής αντιμεταναστευτικής πολιτικής του.

Ο Αμερικανός πρόεδρος άλλαξε στάση μόλις δύο εβδομάδες, αφού η κυβέρνησή του γνωστοποίησε ότι θα κρατήσει τον αριθμό στο ιστορικά χαμηλό επίπεδο του προκατόχου του, και ανακοίνωσε ότι πλέον τον διαγράφει γιατί «δεν αντικατοπτρίζει τις αξίες της Αμερικής ως έθνος που υποδέχεται και υποστηρίζει πρόσφυγες».

«Είναι σημαντικό να πάρουμε σήμερα αυτή την απόφαση για να εξαλείψουμε κάθε τυχόν αμφιβολία που παραμένει στο μυαλό των προσφύγων σε όλο τον κόσμο που έχουν υποφέρει τόσο πολύ και που περιμένουν με ανυπομονησία να ξεκινήσουν την νέα τους ζωή» ανέφερε. 

Η μεταστροφή 

Οι υπηρεσίες επανεγκατάστασης προσφύγων ανέμεναν από τον Δημοκρατικό πρόεδρο να τετραπλασιάσει τον αριθμό από τις 12 Φεβρουαρίου, όταν υπέβαλε στο Κογκρέσο μία πρόταση που ανέφερε ότι σχεδιάζει να το κάνει, αφού είχε δεσμευτεί νωρίτερα να επιταχύνει το πρόγραμμα υποδοχής προσφύγων.

Ωστόσο, στη συνέχεια εξέπληξε τους συμμάχους του όταν επέλεξε να κρατήσει το πολύ χαμηλό όριο λόγω ανησυχιών ότι θα δοθούν λανθασμένες εντυπώσεις, δεδομένου του αυξανόμενου αριθμού μεταναστών που διασχίζουν τα νότια σύνορα των ΗΠΑ με το Μεξικό, ανέφεραν Αμερικανοί αξιωματούχοι.

Η μεταστροφή πολιτικής από τον ένοικο του Λευκού Οίκου προκάλεσε την οργή υποστηρικτών προσφύγων και ορισμένων Δημοκρατικών βουλευτών, καθώς περίμεναν να βελτιώσει έστω και συμβολικά τις προηγούμενες αποφάσεις του Τραμπ που μείωνε σταθερά το όριο κατά τη διάρκεια της θητείας του.

Σημαντική καθυστέρηση

Ο Μπάιντεν δήλωσε ότι είναι αμφίβολο ότι η χώρα του να μπορέσει να υποδεχτεί συνολικά 62.500 πρόσφυγες μέχρι τη λήξη του οικονομικού έτους στις 30 Σεπτεμβρίου ή να επιτύχουν ένα στόχο 125.000 υποδοχών το επόμενο έτος. «Η πικρή αλήθεια είναι ότι δεν θα επιτύχουμε 62.500 υποδοχές αυτό το έτος. Εργαζόμαστε με γρήγορους ρυθμούς για να αποκαταστήσουμε τη ζημιά των τελευταίων τεσσάρων ετών. Θα χρειαστεί κάποιος χρόνος, αλλά αυτή η εργασία βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη», είπε.

Η καθυστερήση στη διαδικασία λήψης αποφάσεων από τον Δημοκρατικό πρόεδρο οδήγησαν σε εκατοντάδες ακυρώσεις πτήσεων από πρόσφυγες, οι αιτήσεις των οποίων είχαν ήδη εγκριθεί για να ταξιδέψουν στις ΗΠΑ, σε πολλές περιπτώσεις μετά από χρόνια αναμονής, ανέφεραν οργανώσεις προάσπισης προσφύγων.

Πάντως, το πρόγραμμα υποδοχής προσφύγων διαφέρει από το σύστημα υποβολής ασύλου για μετανάστες. Οι πρόσφυγες προέρχονται από όλο τον κόσμο, με πολλούς να τρέπονται σε φυγή από πολέμους. Οι τελευταίοι υποβάλλονται σε εκτεταμένους ελέγχους ενώ βρίσκονται ακόμη στο εξωτερικό για να τους επιτραπεί η είσοδος στις ΗΠΑ, σε αντίθεση με τους μετανάστες που φτάνουν στα σύνορα των ΗΠΑ και κατόπιν ζητούν άσυλο.

Επικρίσεις και απογοήτευση

Ο Δημοκρατικός πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας, Μπομπ Μενέντεζ είχε αποδοκιμάσει την απόφαση να παραμείνει το εξαιρετικά χαμηλό ανώτατο όριο. Την περασμένη εβδομάδα, ο Δημοκρατικός γερουσιαστής της Αριζόνα, Μάρκ Κέλι, εξέφρασε την απογοήτευσή του για τη διαχείριση της κρίσης από τον Μπάιντεν.

Η βουλευτής Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ από την αριστερή πτέρυγα των Δημοκρατικών είχε καταγγείλει την μεταστροφή πολιτικής Μπάιντεν ως «απολύτως απαράδεκτη». «Ο Μπάιντεν υποσχέθηκε να υποδεχθεί μετανάστες και οι άνθρωποι τον ψήφισαν βάσει αυτής της υπόσχεσης. Η διατήρηση των ξενοφοβικών και ρατσιστικών πολιτικών της κυβέρνησης Τραμπ» είναι «απλά λάθος», είχε γράψει στο Twitter.

Σημειώνεται ότι την περασμένη Δευτέρα έρευνα του Pew έδειξε ότι η πλειονότητα των Αμερικανών επικρίνουν τη διαχείριση της κατάστασης στα σύνορα από την αμερικανική κυβέρνηση. Περίπου τα 2/3 των ερωτηθέντων ανέφεραν ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν έκανε πολύ ή κάπως κακή δουλειά για να αντιμετωπίσει τον αυξημένο αριθμό ατόμων που ζητούν άσυλο.