«Δεν θα υπάρξουν ποτέ τόσο ψηλά τείχη που γυναίκες οργανωμένες να μην μπορούν να τα ρίξουν». Εν μέρει έγινε πραγματικότητα το σύνθημα που έγραψαν οι Μεξικανές πάνω στον φράχτη που στήθηκε πριν από λίγες μέρες στο Σόκαλο, την τεράστια, εμβληματική πλατεία της μεξικανικής πρωτεύουσας, προκειμένου να εμποδίσει την πρόσβαση στο προεδρικό μέγαρο. Η μεγάλη διαδήλωση των γυναικών στις 8 Μαρτίου σημαδεύτηκε από επεισόδια και διεύρυνε το ρήγμα ανάμεσα στο φεμινιστικό κίνημα και τον πρόεδρο Αντρές Μανουέλ Λόπες Ομπραδόρ.
Η πορεία η οποία συγκέντρωσε περίπου 20.000 γυναίκες κατέληξε σε 81 τραυματισμούς: 19 πολίτες και 62 αστυνομικίνες από τις 1.700 που είχε ξεδιπλώσει η κυβέρνηση για να εμποδίσει τις γυναίκες να μπουν στην πλατεία.
Σε κάποιο σημείο οι γυναίκες κατόρθωσαν να ανοίξουν τον σιδερένιο φράχτη τον οποίο προηγουμένως είχαν γεμίσει με συνθήματα και με τα ονόματα δολοφονημένων γυναικών.
Τουλάχιστον 939 ήταν τα θύματα της έμφυλης βίας στο Μεξικό μέσα στο 2020, σύμφωνα με τα στοιχεία της κυβέρνησης. Συνολικά, 3.723 ήταν οι γυναίκες που βρήκαν βίαιο θάνατο από διάφορες αιτίες. Το Μεξικό διαθέτει το θλιβερό προνόμιο να είναι η δεύτερη χώρα στη Λατινική Αμερική μετά τη Βραζιλία στον αριθμό των γυναικοκτονιών σύμφωνα με τα στοιχεία της Οικονομικής Επιτροπής για τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική.
Την ίδια στιγμή όμως, το φεμινιστικό κίνημα, το ισχυρότερο ίσως αυτή την εποχή στο Μεξικό, εξαπλώνεται αποφασισμένο να αλλάξει μια πατριαρχική κοινωνία και πολιτική ηγεσία. Η περυσινή διαδήλωση την ημέρα της γυναίκας ήταν η μαζικότερη στην πρόσφατη ιστορία της χώρας. Η οργή ξεχείλιζε με αφορμή δυο πρόσφατες δολοφονίες: της Ινγκριντ, μιας νεαρής γυναίκας που τη σκότωσε ο σύντροφός της και στη συνέχεια έγδαρε και τεμάχισε το σώμα της, και της Φάτιμα, ενός 11χρονου κοριτσιού που το απήγαγαν έξω από το σχολείο του, το βίασαν και το σκότωσαν.
Οι χιλιάδες διαδηλώτριες ζητούσαν από τον «ΑΜΛΟ», όπως συνηθίζουν να λένε εν συντομία τον κεντροαριστερό πρόεδρο του Μεξικού, να εντάξει σοβαρά στην ατζέντα του το ζήτημα της βίας κατά των γυναικών. Φαίνεται όμως πως δεν βρήκαν ευήκοα ώτα, παρότι θα περίμενε κανείς περισσότερη ευαισθησία από έναν πρόεδρο που υποτίθεται πως μάχεται υπέρ των πιο αδύναμων.
Οι σχέσεις ανάμεσα στον πρόεδρο και το γυναικείο κίνημα οξύνθηκαν τους τελευταίους μήνες με αφορμή έναν υψηλόβαθμο πολιτικό του κυβερνώντος κόμματος Morena. Ο Φέλιξ Σαλγκάδο Μασεδόνιο, πρώην γερουσιαστής και πρώην δήμαρχος του Ακαπούλκο, δήλωσε πως θα κατέβει υποψήφιος για κυβερνήτης του Γκερέρο, ένα από τα πιο φτωχά και μαστιζόμενα από τη βία κρατίδια του Μεξικού.
Παρόλο που δύο γυναίκες τον έχουν κατηγορήσει για βιασμό, ο ΑΜΛΟ δεν δέχτηκε να πάρει την υποστήριξή του από τον εκλεκτό του, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις γυναικείων οργανώσεων, δημοσιογράφων και πολιτικών, ακόμα και από το ίδιο του το κόμμα.
Αντίθετα, υποστήριξε πως όλα είναι σκευωρία των πολιτικών του αντιπάλων και κατηγόρησε το γυναικείο κίνημα ότι χειραγωγείται από τους εχθρούς του. Ταυτόχρονα, δηλώνει πως δεν είναι φαλλοκράτης και τάσσεται υπέρ των δικαιωμάτων των γυναικών. Με τον φόβο, ενδεχομένως, ότι τα πράγματα φέτος θα μπορούσαν να ξεφύγουν, έδωσε εντολή να στηθεί ο μεταλλικός φράχτης «για την αποφυγή επεισοδίων».
«Εχει αναγάγει το φεμινιστικό κίνημα σε υπ’ αριθμόν 1 δημόσιο κίνδυνο» λέει στην Guardian η Αρούσι Ούντα, εκπρόσωπος των «Μαγισσών της Θάλασσας», μιας φεμινιστικής κολεκτίβας που οργάνωσε πέρυσι την πρώτη απεργία των γυναικών με αφορμή την ημέρα της γυναίκας. «Δεν ζητάμε τρελά πράγματα», προσθέτει. «Ζητάμε να μπορούν να πηγαίνουν οι γυναίκες στη δουλειά τους, να μην τις σκοτώνουν και να μην τις βιάζουν». «Δεν είναι τίποτα παράλογο ούτε εκκεντρικό. Είναι ανθρώπινο δικαίωμα».
Ολα πάντως δείχνουν πως το χάσμα που έχει ανοίξει ανάμεσα στον πρόεδρο και τις γυναίκες δεν θα γεφυρωθεί εύκολα, ειδικά αν επιμείνει στη στήριξη του εκλεκτού του. Οπως είπε η γνωστή στο Μεξικό φεμινίστρια δικηγόρος Πατρίσια Ολαμέντι, η οποία έχει αναλάβει την υπόθεση της μιας από τις δύο γυναίκες που κατηγορούν τον υποψήφιο για βιασμό, «αν ο Σαλγκάδο γίνει κυβερνήτης, θα είναι σαν να νομιμοποιείται και να κανονικοποιείται η σεξουαλική βία κατά των γυναικών».
