Σε αναζήτηση νέων ισορροπιών με εχθρούς και… άσπονδους φίλους κινείται το νεοσυσταθέν επιτελείο εξωτερικής πολιτικής του Αμερικανού προέδρου, Τζο Μπάιντεν, ακολουθώντας προς στιγμήν τακτική «μαστιγίου» και «καρότου».
Το πρώτο τηλεφώνημα Μπάιντεν-Πούτιν (με γεωπολιτικό «φόντο» την Κίνα), που άνοιξε τον δρόμο για την παράταση της Συνθήκης New Start για τον έλεγχο των πυρηνικών εξοπλισμών, δείχνει περισσότερο προς την κατεύθυνση αποφυγής περαιτέρω επιδείνωσης των σχέσεων ΗΠΑ – Ρωσίας παρά εξομάλυνσής τους.
Ο πρώτος γύρος τηλεφωνικών επαφών που είχε ο Αμερικανός νέος πρόεδρος με κομβικούς νατοϊκούς συμμάχους στην Ευρώπη -αρχής γενομένης με τους ηγέτες Γερμανίας, Γαλλίας και Βρετανίας- εμπεριείχε μεν το μήνυμα ενδυνάμωσης των σχέσεων, πλην όμως υπό ασαφείς ακόμη όρους (βλ. εμπόριο, αγωγό Nord Stream 2 κ.ά.)
«Τρόποι να αποκατασταθεί, να αναζωογονηθεί η σχέση ΗΠΑ – Ε.Ε. και να ανεβεί ο πήχης των φιλοδοξιών» συζητήθηκαν στην τηλεφωνική επικοινωνία του επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Zοζέπ Μπορέλ, με τον νέο υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Αντονι Μπλίνκεν – με τον πρώτο να προσκαλεί μάλιστα τον δεύτερο στο Συμβούλιο των ΥΠΕΞ της Ε.Ε. «με την πρώτη ευκαιρία».
Ανάλογου ύφους ήταν και το παράλληλο τηλεφώνημα του νέου συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, Τζέικ Σάλιβαν, με τον Μπγιορν Ζάιμπερτ, επικεφαλής του γραφείου της προέδρου της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Μεταξύ άλλων, αναφέρει ο Λευκός Οίκος σε σχετική ανακοίνωσή του, συμφωνήθηκε «συνεργασία σε θέματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος, συμπεριλαμβανομένης της Κίνας και της Τουρκίας».
«Αποκαλούμενο στρατηγικό εταίρο» χαρακτήρισε την τελευταία μάλιστα προ ημερών ο Μπλίνκεν, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο πρόσθετων κυρώσεων κατά της Αγκυρας για τους ρωσικούς S-400. Στο ίδιο πλαίσιο «τροχιοδεικτικών βολών» φαίνεται ότι εντάσσεται εξάλλου και η τελευταία τοποθέτηση του ασκούντα χρέη πρεσβευτή των ΗΠΑ στον ΟΗΕ, Ρίτσαρντ Μιλς, για τη Λιβύη.
«Ζητάμε από όλους τους εξωτερικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας, της Τουρκίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, να σεβαστούν την εθνική κυριαρχία της Λιβύης και να σταματήσουν αμέσως όλες τις στρατιωτικές παρεμβάσεις» τόνισε ο Μιλς κατά την προχθεσινή συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας για το θέμα.
«Με βάση τη συμφωνία εκεχειρίας του Οκτωβρίου ζητάμε από την Τουρκία και τη Ρωσία να αρχίσουν αμέσως την αποχώρηση των δυνάμεών τους από τη χώρα και την απόσυρση των ξένων μισθοφόρων και των στρατιωτικών πληρεξουσίων, που στρατολόγησαν, χρηματοδότησαν, ανέπτυξαν και στήριξαν στη Λιβύη» υπογράμμισε, σηματοδοτώντας σαφή στροφή της προεδρίας Μπάιντεν προς την ενεργό ανάμιξη (και) στις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο εν γένει…
«Ιδανικά ο Ερντογάν θα ήθελε ο Μπάιντεν να δράσει όπως ο Τραμπ» έγραφε χθες στη «Washington Post» η Ασλί Αϊντίντασμπας, πρώην αρθρογράφος της τουρκικής εφημερίδας «Milliyet», νυν συνεργάτιδα-αναλύτρια του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων (ECFR). «Ελλείψει όμως αυτής της προοπτικής», προσθέτει, ο Τούρκος πρόεδρος «ελπίζει σε μια μεγάλη συμφωνία, που θα περιλαμβάνει παραχωρήσεις των ΗΠΑ για τους S-400, τη Συρία και την πολύκροτη εκδίκαση της υπόθεσης τουρκικής κρατικής τράπεζας [της Halkbank] στη Νέα Υόρκη».
«Είμαστε η μοναδική χώρα που αποκρούει τον ρωσικό επεκτατισμό στη Συρία και αλλού» μνημονεύει η Αϊντίντασμπας τη δήλωση ενός από τους πολλούς συνεργάτες και συμβούλους του Ερντογάν, με τους οποίους μίλησε η ίδια. «Ο πρόεδρος έχει αναπτύξει μια καλή σχέση με τον [Ρώσο ομόλογό του] Πούτιν και είναι ο μόνος δυτικός ηγέτης ο οποίος μπορεί να έχει μια ειλικρινή συνομιλία μαζί του» της είπε. «Η κυβέρνηση Μπάιντεν θα πρέπει να το θεωρήσει αυτό ως πλεονέκτημα».
Μπορεί η προοπτική «σημαντικής επανεκκίνησης» στις αμερικανο-τουρκικές σχέσεις «να είναι ανεδαφική», εκτιμά η Τουρκάλα αρθρογράφος. «Ο τομέας, πάντως, όπου θα μπορούσε να αναπτυχθεί θετική δυναμική στις διμερείς σχέσεις είναι η περιφέρεια – σε παλιές συγκρούσεις όπως στην Κύπρο και στην Αρμενία».
Ηδη, επισημαίνει, «εν αναμονή της κυβέρνησης Μπάιντεν» -και υπό τον φόβο συντονισμού της Ουάσινγκτον με τους Ευρωπαίους στην επιβολή κυρώσεων στην ασθμαίνουσα τουρκική οικονομία- «η Αγκυρα άρχισε πρόσφατα επίθεση γοητείας προς την Ε.Ε. και προσέγγισε περιφερειακούς αντιπάλους, όπως τη Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ». Κινήσεις με σαφώς αμφιλεγόμενες και κατά γενική… καχυποψία ανειλικρινείς προθέσεις.
Πιο γλαφυρά, πάντως σκιαγράφησε προ ημερών τη συνολική εικόνα η Ελίζαμπεθ Σάκμαν Χερντ, καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Northwestern. «Αναμένω η ομάδα του Μπάιντεν να εφαρμόσει λίγο-πολύ την εξωτερική πολιτική της εποχής Ομπάμα, με αρκετά πιο χαλαρές σχέσεις με τους Ρώσους» δήλωσε πρόσφατα στην τουρκική φιλοκυβερνητική εφημερίδα «Sabah». «Αυτό θα επηρεάσει σχεδόν σίγουρα τις σχέσεις των ΗΠΑ με την Τουρκία. Δεν θα εκπλαγώ εάν υπάρξει κάποιου τύπου αμερικανο-τουρκική επαναπροσέγγιση τα επόμενα δύο χρόνια» πρόσθεσε. «Ειδικά εάν προκύψει κάποια αλλαγή στην ηγεσία σας στην επόμενη διετία».
Αισίως όταν θα διεξαχθούν στη γείτονα τουτέστιν οι κρίσιμες προεδρικές εκλογές του 2023. Μέχρι τότε αναμένεται λογικά να έχει φανεί και προς τα πού κλίνει τελικά η Τουρκία. Μια χώρα που -όπως εύστοχα παρατηρεί ο Τουτκού Ντιλαβέρ, αναλυτής στο Κέντρο Ευρασιατικών Σπουδών (AVIM)- ήταν και παραμένει «το δυτικότερο σημείο της Ανατολής και το ανατολικότερο της Δύσης…».
