ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Βίκυ Καπετανοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΜΕΤΡΗΣΗ!» τουίταρε χθες το απόγευμα (ώρα Ελλάδας) ο… παραπλανητάρχης Ντόναλντ Τραμπ, επαναλαμβάνοντας την εξωφρενική απαίτησή του να μην καταμετρηθούν εκατοντάδες χιλιάδες έγκυρες επιστολικές ψήφοι στις εναπομείνασες αμφίρροπες πολιτείες-κλειδιά. «ΟΠΟΙΑ ΨΗΦΟΣ ΗΡΘΕ ΜΕΤΑ ΤΗ ΜΕΡΑ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΔΕΝ ΘΑ ΚΑΤΑΜΕΤΡΗΘΕΙ!» συνέχισε λίγο αργότερα στο ίδιο παραπλανητικό τροπάρι, μολονότι σε αρκετές πολιτείες είναι καθιερωμένη και καθ’ όλα νόμιμη η παραλαβή ψήφων μέσω ταχυδρομείου κι η καταμέτρησή τους επί μέρες ή και βδομάδες, αρκεί να φέρουν σφραγίδα πως έχουν σταλεί μέχρι τη μέρα της εκλογικής αναμέτρησης.

Συνήθως μάλιστα αργούν να φτάσουν οι επιστολικές ψήφοι Αμερικανών αξιωματούχων και στρατιωτικών που υπηρετούν στο εξωτερικό. Ψιλά γράμματα για τον Τραμπ, που μεθοδεύει καιρό τώρα την τοξική απονομιμοποίηση του εκλογικού αποτελέσματος – αν δεν είναι το επιθυμητό για εκείνον, εννοείται. Αν είναι, ωστόσο, προφανώς θα χρειαστεί να κάνει μεγαλειώδη γαργάρα…

«Μετρήστε κάθε ψήφο» διαμήνυε από την άλλη το προεκλογικό επιτελείο του Τζο Μπάιντεν, με τους υποστηρικτές του να υιοθετούν το αντεστραμμένο σύνθημα «Κάθε ψήφος μετράει» (από το διάσημο πια «Οι ζωές των μαύρων μετράνε»). Οπως εξηγούσε χθες το BBC, «όταν τα δεδομένα [από την καταμέτρηση] δείχνουν πως ένας υποψήφιος έχει ανυπέρβλητο προβάδισμα, τα μεγάλα ειδησεογραφικά δίκτυα των ΗΠΑ τον κηρύσσουν νικητή» σε κάθε πολιτεία που θεωρητικά «κλειδώνει». Διευκρίνιζε ακόμη πως «αυτά δεν είναι επίσημα, τελικά αποτελέσματα, είναι προβολές και η επίσημη τελική έκβαση παίρνει πάντοτε μέρες για να οριστικοποιηθεί.

Φέτος όμως ο τεράστιος όγκος επιστολικών ψήφων [σ.σ. λόγω κορονοϊού] σημαίνει πως η καταμέτρηση θέλει περισσότερο χρόνο, ιδίως επειδή ορισμένες διεκδικούμενες πολιτείες δεν επέτρεψαν να ξεκινήσει πριν από τη μέρα των εκλογών. Οπότε πρέπει να καταμετρήσουν όλα τα ψηφοδέλτια την ίδια μέρα κι η καταμέτρηση των επιστολικών ψήφων χρειάζεται πιο πολύ χρόνο από τις ψήφους διά ζώσης εξαιτίας των προαπαιτούμενων επαλήθευσής τους».

Μέχρι χθες βράδυ πάντως ο (ανέκαθεν φιλόδικος) μεγιστάνας φαινόταν αποφασισμένος να φτάσει τα πράγματα στα άκρα και να μετατρέψει την εκλογική διαδικασία σε νομική αρένα. Οπως μετέδιδε το Reuters, η προεκλογική του ομάδα προέβλεπε πως θα «αναδεικνυόταν νικητής το νωρίτερο την Παρασκευή το βράδυ» (τοπική ώρα). Ηδη, πριν από τις εκλογές, η στρατιά των δικηγόρων του είχε καταθέσει πάνω από 300 δικαστικές προσφυγές σε 44 πολιτείες, επιδιώκοντας να περιστείλει την πρόωρη και επιστολική ψηφοφορία με -αναπόδεικτη- επίκληση εκλογικής νοθείας.

Στόχος πλέον, να… ταράξει στις αγωγές όσες πολιτείες έχουν θεωρητικά «κλειδώσει» υπέρ του Μπάιντεν κι ό,τι ψάρια πιάσει. Εξ ου και κλιμακώνει τώρα την πολυμέτωπη νομική διαμάχη, υποβάλλοντας απανωτές προσφυγές στα τοπικά δικαστήρια των κρίσιμων πολιτειών της Νεβάδα, του Μίσιγκαν, του Ουισκόνσιν, της Πενσιλβάνια και της Τζόρτζια, όπου η καταμέτρηση συνεχιζόταν πυρετωδώς. Χθες πάντως δύο δικαστές σε Μίσιγκαν και Τζόρτζια απέρριψαν αγωγές του προεκλογικού του επιτελείου, με τις οποίες απαιτούσε τον τερματισμό της καταμέτρησης επιστολικών ψήφων.

Παράλληλα, αγρίευε η σύγκρουση ανάμεσα στον ομοσπονδιακό δικαστή της Ουάσινγκτον, Εμετ Σάλιβαν, και τον (πρόσφατα διορισμένο από τον Τραμπ) επικεφαλής της αμερικανικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας, Λούις ΝτεΤζόι, που -όπως αναμενόταν- κάνει ό,τι μπορεί για να συμβάλει στην επανεκλογή τού μεγιστάνα.

Συγκεκριμένα ο Σάλιβαν -αντιδρώντας σε σειρά προσφυγών που κατατέθηκαν τις τελευταίες ώρες και καταγγέλλουν μεγάλες καθυστερήσεις στην παράδοση χιλιάδων επιστολικών ψήφων σε πολιτείες σαν τη Νεβάδα και τη Βόρεια Καρολίνα, οι οποίες επιτρέπουν τη «μεταχρονολογημένη» μετεκλογική παραλαβή και καταμέτρησή τους- δήλωσε «σοκαρισμένος» από τις καθυστερήσεις και διέταξε τη διενέργεια εξονυχιστικών ελέγχων στα «ύποπτα» ταχυδρομεία, και μάλιστα δύο φορές τη μέρα, ώστε να εντοπιστούν τα ψηφοδέλτια που τυχόν… παράπεσαν, παρά τις σαφείς δικαστικές εντολές για το αντίθετο.

Ο Σάλιβαν απείλησε ουσιαστικά τον ΝτεΤζόι με ποινική δίωξη, αν δεν εμφανιστεί άμεσα ενώπιόν του για να εξηγήσει τι συνέβη. Βάσει νομοθεσίας, η Ταχυδρομική Υπηρεσία ήταν υποχρεωμένη να προωθήσει όλες τις επιστολικές ψήφους μέχρι τις τρεις το απόγευμα της Τρίτης (τοπική ώρα), κάτι που φυσικά δεν συνέβη ποτέ.

Αν ο Τραμπ φάει νομικά τα μούτρα του στα πολιτειακά δικαστήρια, έχει απειλήσει ρητά πως θα καταφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ όπου ο πρόσφατος διορισμός του -τρίτου κατά σειρά- δικαστή της αρεσκείας του και δη της (υπερ)συντηρητικής Εϊμι Κόνι Μπάρετ ευελπιστεί πως θα τον ευνοήσει. Εξέλιξη καθόλου βέβαιη, όπως εκτιμούν νομικοί, καθώς -ακόμα κι αν εκείνη δεν αυτοεξαιρεθεί από τη διαδικασία, λόγω σύγκρουσης συμφερόντων- η νομική ομάδα του Τραμπ θα πρέπει να τεκμηριώσει πως υφίσταται σοβαρό ζήτημα αντισυνταγματικότητας και νοθείας του εκλογικού αποτελέσματος με την καταμέτρηση, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο, δεδομένου πως δεν φαίνεται να υπάρχουν πράγματι παρατυπίες. Κανείς άλλωστε δεν ξεχνά το χαοτικό εκλογικό θρίλερ -διάρκειας 35 ημερών- μεταξύ Τζορτζ Μπους τζούνιορ και Αλ Γκορ το 2000 στη Φλόριντα, την οποία κέρδισε τελικά ο Τεξανός Ρεπουμπλικάνος με λιγότερες από 600 ψήφους διαφορά, παίρνοντας την προεδρία, αφού το Ανώτατο Δικαστήριο τον ευνόησε, διατάσσοντας να σταματήσει η (πολλοστή) επανακαταμέτρηση ψήφων στην πολιτεία.

Υπάρχουν επίσης συγκεκριμένα χρονικά όρια που προβλέπει το Σύνταγμα. Οι πολιτείες έχουν περιθώριο περίπου πέντε εβδομάδων για να οριστικοποιήσουν ποιος επικράτησε στην προεδρική κούρσα, το οποίο λήγει φέτος στις 8 Δεκεμβρίου. Αν δεν έχει ξεκαθαριστεί ποιον υποψήφιο στηρίζουν οι εκλέκτορες κάποιας πολιτείας, το Κογκρέσο έχει τη δυνατότητα να τους εξαιρέσει από τη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος.

Στις 14 Δεκεμβρίου ψηφίζει το κολέγιο των εκλεκτόρων που βγάζουν, ως γνωστόν, τον πρόεδρο της χώρας. Αν παραδόξως δεν υπάρξει πλειοψηφία στους εκλέκτορες μέχρι τις 6 Ιανουαρίου, τα δύο Σώματα του Κογκρέσου καλούνται τελικά να εκλέξουν τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ. Οπως και να ’χει, το Σύνταγμα προβλέπει πως ο επόμενος ένοικος του Λευκού Οίκου πρέπει να έχει οριστικοποιηθεί έως τις 20 Ιανουαρίου, τη μέρα της ορκωμοσίας του.