«H Αμερική ξαναβάζει λουκέτο, επιλέγοντας την πραγματικότητα αντί για τους ψευδείς ισχυρισμούς του Τραμπ», έγραψε το CNN σε χθεσινή του ανάλυση, επισημαίνοντας πως «ενώ ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είναι απορροφημένος από την προσπάθεια επανεκλογής του μέσα στη σαπουνόφουσκα του Λευκού Οίκου, διάφοροι πολιτειακοί και τοπικοί ηγέτες αντιστρέφουν βιαστικά την επανεκκίνηση που αυτός ζήτησε και που μετέτρεψε την Αμερική σε μια από τις μεγαλύτερες εστίες του κορονοϊού στον κόσμο».
Kαθώς τη Δευτέρα οι ΗΠΑ σημείωναν άλλα 57.942 κρούσματα σε ένα 24ωρο και 282 θανάτους, ανεβάζοντας τον συνολικό απολογισμό στις 138.000, ολόκληρες Πολιτείες ή δήμοι όπου σημειώνεται σοβαρή αναζωπύρωση της πανδημίας επιστρέφουν στα περιοριστικά μέτρα του προηγούμενου διαστήματος.
Στην Καλιφόρνια, που τη Δευτέρα έφτασε συνολικά στα 334.000 κρούσματα και στους 7.000 θανάτους σύμφωνα με τους υπολογισμούς των Los Angeles Times, ο Δημοκρατικός κυβερνήτης Γκάβιν Νιούσαμ διέταξε το κλείσιμο όλων των μπαρ, σινεμά, μουσείων και των εσωτερικών χώρων των εστιατορίων, καθώς και κομμωτηρίων και γυμναστηρίων στις περισσότερο πληγείσες κομητείες.
Οι δήμοι του Λος Αντζελες και του Σαν Ντιέγκο ανακοίνωσαν ότι τη νέα σχολική χρονιά τα μαθήματα θα γίνονται μόνο διαδικτυακά, τουλάχιστον μέχρι νεωτέρας. Το Ορεγκον απαγόρευσε τις συναθροίσεις άνω των 10 ατόμων και κατέστησε υποχρεωτική τη χρήση μάσκας. Ο Δημοκρατικός δήμαρχος του Χιούστον, Σιλβέστερ Τέρνερ, πρότεινε καραντίνα δύο εβδομάδων, λίγες μέρες αφότου ο Ρεπουμπλικανός κυβερνήτης Γκρεγκ Αμποτ, μετά την οδηγία για χρήση μάσκας, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο για λήψη περαιτέρω μέτρων.
Οδηγία για επισκέπτες
Στη δε Νέα Υόρκη, που επλήγη άσχημα από τον κορονοϊό, ο κυβερνήτης Αντριου Κουόμο εξέδωσε χθες οδηγία για τους επισκέπτες από 19 επιβαρυμένες επιδημιολογικά Πολιτείες, με την οποία τους ζητείται να δίνουν κατά την άφιξή τους τα προσωπικά τους στοιχεία και τα σχέδια για τις μετακινήσεις τους, αλλιώς θα τους επιβάλλεται πρόστιμο 2.000 δολαρίων.
Για πολλούς τοπικούς άρχοντες, η συνετή διαχείριση της κρίσης της πανδημίας είναι και ζήτημα πολιτικής επιβίωσης. Τελευταία δημοσκόπηση από το Ινστιτούτο Gallup δείχνει πτώση στη δημοτικότητα Ρεπουμπλικανών κυβερνητών. Τα ερωτήματα που τέθηκαν στους πολίτες ήταν αν οι ιθύνοντες εξέδωσαν ένα σαφές σχέδιο δράσης και αν πιστεύουν ότι ενδιαφέρονται πραγματικά για την ασφάλεια και την υγεία της κοινότητας. Στο πρώτο ερώτημα, το ποσοστό επιδοκιμασίας είχε πέσει από το 54% στο 43% σε σχέση με τις αρχές του Ιουνίου και στο δεύτερο από το 61% στο 53%.
Σε αντιδιαστολή, το 58% των κατοίκων Πολιτειών με Δημοκρατικούς κυβερνήτες απάντησε ότι η πολιτεία είχε σαφές πλάνο και το 65% ότι υπήρχε ενδιαφέρον για το κοινό καλό, ποσοστά ουσιαστικά αναλλοίωτα σε σχέση με τον Ιούνιο.
Παράλληλα, άλλη δημοσκόπηση από το Ινστιτούτο Ipsos για τον ιστότοπο Axios δείχνει ότι σε αντίθεση με τη βιασύνη του Τραμπ να ξανανοίξει τα σχολεία τον Σεπτέμβριο όπως όπως, το 71% των γονέων λένε ότι θα ήταν από αρκετά έως πολύ παρακινδυνευμένο να στείλουν τα παιδιά τους πίσω στα θρανία. Το ποσοστό είναι αισθητά υψηλότερο μεταξύ των ψηφοφόρων του Δημοκρατικού Κόμματος (82%), το ίδιο όμως πιστεύει και το 53% των φίλα προσκείμενων στους Ρεπουμπλικανούς. Σημειωτέον ότι ο Τραμπ, στο πλαίσιο της μόνιμης κόντρας του με την επιστημονική κοινότητα, χαρακτήρισε «δαπανηρές» και «καθόλου πρακτικές» τις οδηγίες που εξέδωσε τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC) για την ασφαλή επαναλειτουργία των σχολείων.
Καταγγελία επιστημόνων
Σε μια σπάνια κίνηση καταγγελίας Αμερικανού προέδρου, τέσσερις πρώην διευθυντές των CDC δημοσίευσαν κοινή επιστολή στην Washington Post κατηγορώντας τον Τραμπ για πολιτικοποίηση της επιστήμης. «Είναι εξαιρετικά σπάνιο να υποσκάπτονται επιστημονικές οδηγίες αμέσως μετά την ανακοίνωσή τους. Ωστόσο, καθ’ όλη την προηγούμενη εβδομάδα, η κυβέρνηση συνεχώς αμφισβητούσε δημόσια τις συστάσεις της υπηρεσίας και τον ρόλο της στην ενημέρωση και στην καθοδήγηση σχετικά με τη διαχείριση της πανδημίας στη χώρα», σημειώνουν μεταξύ άλλων οι τέσσερις Αμερικανοί επιστήμονες.
Αναφέρονται επίσης στις απειλές, τις παρενοχλήσεις και τους εξαναγκασμούς σε παραίτηση που υπέστησαν συνάδελφοί τους, υπογραμμίζοντας πως «αυτό είναι απερίσκεπτο και επικίνδυνο».
