«Αντί ο Ντόναλντ Τραμπ να επιχειρήσει να κατευνάσει τη χώρα, ρίχνει βενζίνη στη φωτιά. Μοιάζει σαν να προσπαθεί να υποδαυλίσει έναν εμφύλιο πόλεμο. Δεν νομίζω πως θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι η Αμερική όπως τη γνωρίζουμε, είναι στο χείλος του γκρεμού». Αυτά έγραφε χθες μεταξύ πολλών άλλων στο άρθρο του στους «New York Times» ο Πολ Κρούγκμαν, ο οποίος δεν συνηθίζει να «κιτρινίζει» στον λόγο του.
Αυτή όμως είναι ίσως και η πρώτη φορά που οι πολιτικοί αντίπαλοι ενός εν ενεργεία προέδρου χαρακτηρίζουν ως «λόγια δικτάτορα» όσα είπε ο Ντόναλντ Τραμπ έξω από τον Λευκό Οίκο για τις διαδηλώσεις που συγκλονίζουν αυτές τις μέρες στις ΗΠΑ, κάνοντας λόγο για «εγχώρια τρομοκρατία», προαναγγέλλοντας την ανάπτυξη χιλιάδων ένοπλων στρατιωτών που θα επιβάλουν τον νόμο και την τάξη και προειδοποιώντας τους κυβερνήτες των πολιτειών πως αν δεν δεχτούν να προχωρήσουν σε αυτές τις ενέργειες θα αναλάβει ο ίδιος για λογαριασμό τους. Αυτό, αφού προηγουμένως είχαν πέσει βροχή τα δακρυγόνα, για να διαλυθεί ο κόσμος που διαδήλωνε ειρηνικά έξω από τον Λευκό Οίκο για τον θάνατο του Αφροαμερικανού Τζορτζ Φλόιντ στα χέρια τεσσάρων αστυνομικών.
Δικαίως η δημοκρατική Αφροαμερικανή γερουσιαστής της Καλιφόρνια –που διεκδίκησε φέτος το χρίσμα του κόμματος για τις προεδρικές εκλογές– είπε σε συνέντευξή της στο MSNBC «αυτά δεν είναι τα λόγια ενός προέδρου. Είναι τα λόγια ενός δικτάτορα». «Πόσο χαμηλά μπορεί να πέσει αυτός ο πρόεδρος;» αναρωτήθηκε ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στη γερουσία Τσακ Σούμερ. «Ντροπή», είπε ο κυβερνήτης της Νέας Υόρκης Μάριο Κουόμο, σχολιάζοντας πως «όλα είναι ένα ριάλιτι σόου για τον πρόεδρο».
Για τον πρώην αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν που τον Νοέμβριο θα κονταροχτυπηθεί με τον Τραμπ στην κάλπη, «τον Τραμπ τον τυφλώνει το εγώ του». Μιλώντας χθες από το δημαρχείο της Φιλαδέλφειας στην πρώτη του εξόρμηση την περίοδο της πανδημίας εκτός του Ντελαγουέρ όπου διαμένει, ο Μπάιντεν είπε μεταξύ άλλων ότι «ο ναρκισσισμός του Τραμπ έχει γίνει πιο σημαντικός από το έθνος του οποίου ηγείται», χαρακτήρισε τον πρόεδρο «μέρος του προβλήματος το οποίο οξύνει», χαρακτήρισε τον θάνατο του Φλόιντ «κάλεσμα αφύπνισης» για τη χώρα και τόνισε πως ήρθε η ώρα να αντιμετωπίσει τον συστημικό ρατσισμό και τη βαθιά ριζωμένη οικονομική ανισότητα.
Ο Τραμπ πάντως δέχτηκε πυρά και από κάπου που δεν θα περίμενε εύκολα. Θρησκευτικοί ηγέτες, ανάμεσά τους ο αρχιεπίσκοπος της Ουάσινγκτον Ουίλτον Γκρέγκορι επέκριναν έντονα την επίσκεψη που πραγματοποίησε ο Αμερικανός πρόεδρος με διάγγελμά του στην ιστορική εκκλησία του Αγίου Ιωάννη κοντά στον Λευκό Οίκο που είχε υποστεί ζημιές από τα επεισόδια των τελευταίων ημερών, ποζάροντας με τη Βίβλο ανά χείρας παρέα με την κόρη του Ιβάνκα και τον υπουργό Δικαιοσύνης Ουίλιαμ Μπαρ. «Είναι αλλόκοτο και κατακριτέο να γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης ο οποιοσδήποτε καθολικός ναός με τρόπο που να αντικρούει τις αρχές μας, οι οποίες μας υπαγορεύουν να υπερασπιζόμαστε τα δικαιώματα όλων των ανθρώπων, ακόμα και αυτών με τους οποίους διαφωνούμε», δήλωσε ο αρχιεπίσκοπος.
Κι ενώ ο Τραμπ δέχτηκε επικρίσεις και από ορισμένους Ρεπουμπλικανούς, εξακολουθούσε χθες να κινείται στο γνωστό του μοτίβο. Επέχαιρε μέσω τουίτερ για την επιβολή του νόμου στην Ουάσινγκτον, επιδόθηκε στη διαφήμιση ρεπουμπλικανών που θα διεκδικήσουν τον Νοέμβριο θέσεις στο Κογκρέσο και πίεζε με απανωτά μηνύματα την πολιτεία της Νέας Υόρκης και τον κυβερνήτη της Αντριου Κουόμο να καλέσει την εθνοφρουρά, αλλιώς «θα σας ξεσκίσουν τα ρεμάλια και οι αλήτες».
Μέχρι χθες, πάντως, ο Κουόμο, ο οποίος έχει έρθει σε σκληρή κόντρα με τον Τραμπ για το ζήτημα της πανδημίας, δεν φαινόταν διατεθειμένος να υποχωρήσει, παρόλο που παραδέχθηκε ότι η αστυνομία απέτυχε να κάνει σωστά τη δουλειά της. Κι ενώ μέχρι χθες η εθνοφρουρά είχε αναπτυχθεί σε 23 πολιτείες και στην Ουάσινγκτον και σε τουλάχιστον 40 πόλεις, ανάμεσά τους στη Νέα Υόρκη, είχε επιβληθεί απαγόρευση κυκλοφορίας, βγαίνουν κι άλλοι δημοκρατικοί κυβερνήτες απέναντι στον Τραμπ. Ο κυβερνήτης της Βιρτζίνια, Ραλφ Νόρθαμ, απέρριψε το αίτημα του υπουργού Αμυνας Μαρκ Εσπερ να στείλει 3.000 = 5.000 μέλη της πολιτειακής εθνοφρουράς στην Ουάσινγκτον, επισημαίνοντας τις αμφιβολίες του για τον τρόπο με τον οποίο θα χρησιμοποιηθεί η εθνοφρουρά μετά την επεισοδιακή τηλεδιάσκεψη της Δευτέρας με τον Τραμπ. Η δε κυβερνήτης του Κάνσας, Λόρα Κέλι, έκρινε ότι η παρέμβαση του στρατού σε στιγμές τέτοιας έντασης θα έκανε περισσότερο κακό παρά καλό.
