ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Κορίνα Βασιλοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μπορεί το Κογκρέσο να έκλεισε προσωρινά λόγω διακοπών, αλλά η έντονη πολιτική αντιπαράθεση και το προεκλογικό κλίμα δεν γνωρίζουν από χριστουγεννιάτικες ανάπαυλες.

Του… χρόνου τον Ιανουάριο, ο Ντόναλντ Τραμπ, μετά την παραπομπή του από τη Βουλή των Αντιπροσώπων την περασμένη εβδομάδα, θα περάσει από δίκη στη Γερουσία προκειμένου να αποφασιστεί αν θα καθαιρεθεί ή όχι από το αξίωμά του. Και ενώ το αποτέλεσμα είναι ουσιαστικά προδιαγεγραμμένο υπέρ του προέδρου των ΗΠΑ, Ρεπουμπλικανοί και Δημοκρατικοί επιδίδονται σε ένα παιχνίδι καθυστερήσεων και εντυπώσεων με απώτερο στόχο τις προεδρικές εκλογές του 2020.

Ο επικεφαλής της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας στη Γερουσία, Μιτς Μακόνελ, σε συνέντευξή του στο Fox News άφησε χθες ανοιχτό το ενδεχόμενο να επιτρέψει την κατάθεση μαρτύρων, κάτι που μέχρι πρότινος απέρριπτε, αλλά το ζητούν μετ’ επιτάσεως οι Δημοκρατικοί. Ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ, επανέλαβε το αίτημα σε συνέντευξη Τύπου την Κυριακή, μετά μάλιστα την αποκάλυψη ότι ο Τραμπ πάγωσε τη στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία 91 λεπτά μετά την τηλεφωνική συνομιλία του με τον πρόεδρο της χώρας Βολοντίμιρ Ζελένσκι, στην οποία του είχε ζητήσει να βρει ενοχοποιητικά στοιχεία για τις εκεί δραστηριότητες του πρώην αντιπροέδρου των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν και του γιου του, Χάντερ.

Αυτή η τελευταία «λεπτομέρεια» ήρθε στο φως χάρη στο Center for Public Integrity (Κέντρο για τη Δημόσια Ακεραιότητα), το οποίο απέκτησε πρόσβαση στο σχετικό mail του Μάικλ Ντάφι, στελέχους της Υπηρεσίας Διαχείρισης και Προϋπολογισμού (Office of Management and Budget), προς το αμερικανικό Πεντάγωνο.

Τίποτα ωστόσο δεν φαίνεται ικανό να αλλάξει τη στάση των Ρεπουμπλικανών, οι οποίοι δηλώνουν αποφασισμένοι να αθωώσουν τον Αμερικανό πρόεδρο. Αλλά ακόμα και ορισμένοι Δημοκρατικοί γερουσιαστές που θα επιδιώξουν την επανεκλογή τους σε «δύσκολες» για το κόμμα τους Πολιτείες, τηρούν επιφυλακτική στάση. Ο Νταγκ Τζόουνς, ο οποίος πριν από δύο χρόνια κέρδισε στο νήμα στο ρεπουμπλικανικό προπύργιο της Αλαμπάμα, είπε την Κυριακή στο ABC News ότι οι κατηγορίες κατά του Τραμπ είναι σοβαρές, ο ίδιος ωστόσο θα ζυγίσει τη στάση του ανάλογα με τα στοιχεία που θα παρουσιαστούν.

Η στάση της Πελόζι

Οι Ρεπουμπλικανοί της Γερουσίας, στο μεταξύ, στρέφουν τα βέλη τους στην πρόεδρο της Βουλής Νάνσι Πελόζι, η οποία αρνείται την αποστολή των άρθρων της παραπομπής στη Γερουσία. Ο Μακόνελ χαρακτήρισε «παράλογη» τη στάση της στο Fox News. Ο δε Μαρκ Σορτ, προσωπάρχης του αντιπροέδρου των ΗΠΑ Μάικ Πενς, κατακεραύνωσε στο ίδιο δίκτυο την πρόεδρο της Βουλής και προέβλεψε ότι στο τέλος θα λυγίσει.

Πολύ πιο άγριες είναι οι επιθέσεις που της εξαπέλυσε ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος τουιτάρει σχεδόν αμέριμνος από το ιδιωτικό του γκολφ κλαμπ στο Παλμ Μπιτς της Φλόριντα. Αφού προχθές την αποκάλεσε «τρελο-Νάνσι», χθες έγραψε ότι «η Πελόζι μας δίνει την πιο άδικη δίκη στην ιστορία του αμερικανικού Κογκρέσου και τώρα κλαίγεται για δικαιοσύνη στη Γερουσία, ενώ την ίδια στιγμή παραβιάζει όλους τους κανόνες». Προέβλεψε μάλιστα ότι η Πελόζι «έχει χάσει ήδη μια φορά το Κογκρέσο, θα το χάσει και πάλι!».

Ισως η αυτοπεποίθηση του Τραμπ να μην πηγάζει μόνο από τη στήριξη των Ρεπουμπλικανών, αλλά και από τις ενδείξεις ότι η υπόθεση της παραπομπής του τον ευνοεί πολιτικά. Η διαπίστωση αυτή ανήκει στο CNN, ένα από τα πιο εχθρικά ΜΜΕ απέναντί του.

Σε τελευταία δημοσκόπηση του δικτύου, ο Τζο Μπάιντεν φέρεται να έχει προβάδισμα 5 μονάδων έναντι του Τραμπ (49% έναντι 44%) σε μια δυνητική μονομαχία στις προεδρικές εκλογές (το προβάδισμα του γερουσιαστή του Βερμόντ Μπέρνι Σάντερς θα ήταν στις 7 μονάδες), τουλάχιστον όμως 5 μονάδες κάτω σε σχέση με τον Οκτώβριο.

«Εκτός από τη δική μας δημοσκόπηση, ο μέσος όρος των δημοσκοπήσεων δείχνει ένα αξιοσημείωτο ρεύμα υπέρ του Τραμπ τους τελευταίους δύο μήνες», ανέφερε η ανάλυση του CNN, το οποίο αποδίδει τη σταδιακή άνοδο της δημοτικότητας του προέδρου στην καλή, κατά την κρίση του κοινού, κατάσταση της οικονομίας, αλλά και στο γεγονός ότι το θέμα της παραπομπής δεν φαίνεται να απασχολεί ιδιαίτερα τους ψηφοφόρους.