Δεν εκφράζει τις πολιτικές θέσεις της κυβέρνησης Τραμπ η πρόσφατη κίνηση του Αμερικανικού Κογκρέσου να αναγνωρίσει τη γενοκτονία των Αρμενίων, ανέφερε σήμερα Τρίτη σε ανακοίνωσή του το Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
Σε μία σύντομη δήλωση, πιθανότατα για να ικανοποιήσει τον Τούρκο Πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ ανέφερε ότι η πολιτική της κυβέρνησης δεν έχει αλλάξει για το συγκεκριμένο θέμα, όπως αναφέρει το Associated Press.
Την ανακοίνωση της εκπροσώπου του Στέιτ Ντιπάρτμεντ καταδίκασε, μέσω Twitter, η Αρμενική Εθνική Επιτροπή της Αμερικής (ANCA): «Μέχρι πότε ο Τραμπ θα παραμένει αφοσιωμένος στον Ερντογάν;» αναφέρει και υπενθυμίζει την εξόντωση και εξορία εκατομμυρίων Χριστιανών.
Την περασμένη εβδομάδα, (Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου), το Κογκρέσο ενέκρινε ομόφωνα το νομοσχέδιο για την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων από τους Οθωμανούς Τούρκους, πριν από έναν αιώνα.
«Η θέση της κυβέρνησης δεν έχει μεταβληθεί», δήλωσε η εκπρόσωπος Τύπου του αμερικανικού ΥΠΕΞ, Μόργκαν Ορτέιγκους, σε μία ανακοίνωση μόλις δύο γραμμών. «Τις απόψεις μας απηχούν οι θέσεις που διατύπωσε οριστικά ο Πρόεδρος για το θέμα, τον περασμένο Απρίλιο.
Στις 24 Απριλίου, ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είχε μνημονεύσει την Ημέρα Μνήμης των Αρμενίων σε μια δήλωση που ανέφερε ότι «η μνήμη μας είναι με εκείνους που υπέφεραν σε μία από τις χειρότερες θηριωδίες του 20ου αιώνα», χωρίς ωστόσο να χρησιμοποιήσει τον όρο «γενοκτονία».
Η ενέργεια της Γερουσίας ακολουθεί την ψηφοφορία από επιτροπή της Γερουσίας για επιβολή κυρώσεων στην Τουρκία, μετά την επίθεση της στη Συρία και την αγορά ενός ρωσικού συστήματος πυραύλων S-400.
Οι ενέργειες αυτές ήταν οι τελευταίες κινήσεις του Κογκρέσου για να ωθήσει τον Πρόεδρο Τραμπ να ακολουθήσει μια πιο σκληρή γραμμή εναντίον του Ερντογάν. Ο Τραμπ είχε δηλώσει τον προηγούμενο μήνα ότι ο Ερντογάν «κάνει φανταστική δουλειά για τον λαό της Τουρκίας».
Εξάλλου, ο εκπρόσωπος Τύπου του Ερντογάν Φαχτρέτιν Αλτουν είχε τονίσει πως το ψήφισμα της Αρμενίας και το νομοσχέδιο κυρώσεων που ψήφισε η Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας «θέτουν σε κίνδυνο το μέλλον των διμερών μας σχέσεων».
