Σύμφωνα με την μηνυτήρια αγωγή που κατατέθηκε σε αμερικανικό περιφερειακό δικαστήριο, οι ΗΠΑ δεν έδωσαν επαρκή στοιχεία για να στηρίξουν τον αποκλεισμό με βάση απόφαση, την οποία υπέγραψε ο Ντόναλντ Τραμπ τον Αύγουστο.
Η Huawei αναμένεται να ζητήσει επίσης αποζημίωση και τόκους για τη ζημία που υπέστη εξαιτίας των περιορισμών που της επιβλήθηκαν και παραβιάζουν το σύνταγμα των ΗΠΑ.
«Το αμερικανικό Κογκρέσο δεν προσέφερε ποτέ το παραμικρό στοιχείο για να δικαιολογήσει τους περιορισμούς που επέβαλε στη χρήση των προϊόντων της Huawei. Ως προσήκον και έσχατο μέσο είμαστε αναγκασμένοι να αναλάβουμε νομική δράση», δήλωσε ο Γκούο Πινγκ, ένας από τους προέδρους του ομίλου.
«Η απαγόρευση αυτή δεν είναι μόνο παράνομη, αλλά επίσης εμποδίζει την Huawei από το να συμμετάσχει στον δίκαιο ανταγωνισμό, βλάπτοντας τελικά τους Αμερικανούς καταναλωτές», πρόσθεσε στην ανακοίνωσή του.
«Αν αποσυρθεί αυτό ο νόμος, όπως θα πρέπει, η Huawei θα μπορέσει να προσφέρει στις ΗΠΑ πιο προηγμένες τεχνολογίες και να τις βοηθήσει να κατασκευάσουν καλύτερα δίκτυο 5G», τόνισε ο Γκούο.
Σε συνέντευξη Τύπου από έδρα του ομίλου στη Σενζέν ο Γκούο κατήγγειλε πως «η αμερικανική κυβέρνηση δεν χάνει καμία ευκαιρία να σπιλώνει την εταιρεία» και κατηγόρησε τις ΗΠΑ ότι παραβίασαν τους σέρβερ της εταιρείας και έκλεψαν μέιλ και κωδικούς.
Επίσης, η εταιρεία απορρίπτει τους ισχυρισμούς ότι συνδέεται με την κινεζική κυβέρνηση θέλοντας να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη υποψία για μεταξύ τους σχέσεις. Σύμφωνα με την Washington Post, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας ενδέχεται να χρησιμοποιήσει τον εξοπλισμό της Huawei για να κατασκοπεύσει άλλες χώρες και να προκαλέσει προβλήματα στις επικοινωνίες.
Η αγωγή αποτελεί μέρος της γενικότερης προσπάθειας που καταβάλει τους τελευταίους μήνες η εταιρεία προκειμένου να αντιμετωπίσει τους ισχυρισμούς ότι τα προϊόντα της ενέχουν κινδύνους για την ασφάλεια, ενώ δίνει συνέχεια στο διπλωματικό σίριαλ μεταξύ Κίνας, ΗΠΑ και Καναδά την ώρα που ανώτερο στέλεχος της Huawei αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο της έκδοσης στον Καναδά.
Νέο επεισόδιο στο διπλωματικό σίριαλ
Ειδικότερα, η οικονομική διευθύντρια, Μενγκ Ουανζού, κόρη του ιδρυτή της εταιρείας, συνελήφθη την 1η Δεκεμβρίου στο Βανκούβερ και αντιμετωπίζει το ενδεόμενο έκδοσης στο Καναδά μετά από αίτημα των ΗΠΑ.
Η ίδια βρίσκεται αντιμέτωπη με ποινή φυλάκισης έως και 30 ετών και με κατηγορίες για τραπεζική απάτη και παραβίαση των αμερικανικών κυρώσεων στο Ιράν.
Το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών διαμαρτυρήθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο στον πρέσβη των ΗΠΑ στο Πεκίνο απαιτώντας την άμεση απόσυρση του εντάλματος σύλληψής της.
Μέσα σε δέκα μέρες, οι κινεζικές αρχές έθεσαν υπό κράτηση δύο Καναδούς πρώην διπλωμάτες και επιχειρηματίες, κατηγορώντας τους ότι θέτουν σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια της χώρας.
Η υπόθεση αναμένεται να διαρκέσει αρκετούς μήνες, αν όχι χρόνια, με τις νομικές μάχες να παίρνουν τη σκυτάλη μετά τη συνεχίζομενη διπλωματική έντασης. Η Μενγκ μήνυσε την καναδική κυβέρνηση και την αστυνομία της χώρας για τη σύλληψή της.
Η Huawei, ο ιδρυτής της οποίας ήταν πρώην στρατιωτικός αξιωματούχος και πολύχρονος μέλος του κυβερνώντος κόμματος, είναι μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες της Κίνας. Βάσει του εθνικού νόμου περί πληροφοριών, θα πρέπει να συνεργαστεί με τις κινεζικές αρχές, εφόσον ζητηθεί.
Οι ΗΠΑ έχουν θέσει περιορισμούς στη χρήση των προϊόντων του κινεζικού γίγαντα, έχει απαγορεύσει στην Huawei να συμμετάσχει στην ανάπτυξη του ασύρματου δικτύου 5G στο αμερικανικό έδαφος και ασκεί πιέσεις στους εταίρους της να λάβουν αντίστοιχα μέτρα. Η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία έχουν προχωρήσει προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γερμανία εξετάζουν το ενδεχόμενο.
