«Εχω το απόλυτο δικαίωμα να κηρύξω κατάσταση έκτακτης ανάγκης (…) Δεν το έχω κάνει ακόμα, μπορεί όμως να το κάνω. Αν το πράγμα δεν προχωρήσει, πιθανόν να το κάνω. Σχεδόν σίγουρα, θα έλεγα».
Με αυτές τις ευκρινέστατες δηλώσεις έξω από τον Λευκό Οίκο και λίγο πριν αναχωρήσει για τον αμερικανικό Νότο, στα σύνορα με το Μεξικό, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επανέλαβε χθες με μεγαλύτερη έμφαση την απειλή του να κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης, προκειμένου να αποσπάσει το κονδύλι για το διαβόητο τείχος, παρακάμπτοντας το Κογκρέσο.
Πολλοί Αμερικανοί δημοσιογράφοι διερωτώνταν αν θα χρησιμοποιήσει το συμβολικό φόντο της συνοριακής γραμμής, προκειμένου να ανακοινώσει επίσημα αυτό που ώς τώρα αιωρούνταν ως σενάριο.
Σήμερα, παράλληλα, συμπληρώνονται τρεις εβδομάδες από τότε που το γινάτι του Τραμπ οδήγησε σε μερική παράλυση (shutdown) τη λειτουργία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, η οποία πλήττει περίπου 800.000 εργαζομένους.
Για πόσο θα διαρκέσει το «λουκέτο»; «Για εβδομάδες, μήνες, ίσως και χρόνια», είχε απειλήσει την περασμένη εβδομάδα. Και αν αυτό το συνδυάσουμε με τη χθεσινή είδηση για ματαίωση του ταξιδιού του στο Νταβός για το διεθνές οικονομικό φόρουμ που είχε προγραμματιστεί για τις 21 Ιανουαρίου εξαιτίας του λουκέτου, το αδιέξοδο μάλλον δεν πρόκειται να αρθεί σύντομα.
Κι ενώ κάθε τόσο ο Τραμπ πετάει στο τουίτερ το γνωστό τσιτάτο «να κάνουμε την Αμερική μεγάλη ξανά» -χθες εκ νέου-,σύμφωνα με υπολογισμούς του οικονομικού επιτελείου του προέδρου, όπως ανέφερε η ιστοσελίδα politico, το λουκέτο στοιχίζει στην αμερικανική οικονομία 1,2 δισ. δολάρια την εβδομάδα, ήτοι 0,05% του ΑΕΠ.
Εκφράζονται μάλιστα αμφιβολίες για το κατά πόσο με αυτές τις απώλειες θα κατορθώσει η κυβέρνηση να διατηρήσει τον ρυθμό της ανάπτυξης στο 3%.
Για τον Τραμπ, βέβαια, οι μόνοι ένοχοι είναι οι Δημοκρατικοί. Ενδεικτικός είναι ο χρόνος-ρεκόρ μέσα στον οποίο τερματίστηκε η συνάντηση που είχε την Τετάρτη στον Λευκό Οίκο με την πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, Νάνσι Πελόζι, και τον επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ, καθώς και η απαξίωση με την οποία σχολίασε τα όσα ειπώθηκαν.
«Μόλις έφυγα από μια συνάντηση με τον Τσακ και τη Νάνσι, ήταν ένα απόλυτο χάσιμο χρόνου. Ρώτησα τι θα συμβεί σε 30 ημέρες εάν ανοίξω σύντομα την κυβέρνηση, θα εγκρίνετε το μέτρο για την ασφάλεια των συνόρων που να περιλαμβάνει κι ένα τείχος ή ατσάλινο φράχτη; Η Νάνσι είπε ΟΧΙ. Κι εγώ είπα “μπάι-μπάι”, δεν γίνεται τίποτα άλλο».
Εσωκομματική πίεση
«Γίνεται ολοένα φανερό ότι ο Τραμπ χρειάζεται μια νίκη σε αυτό το ζήτημα για να εδραιωθεί στα μάτια των υποστηρικτών του, ειδικά τώρα που μεγαλώνει η απειλή από την έρευνα του ειδικού ανακριτή Ρόμπερτ Μιούλερ», σχολίαζε το CNN.
Σύμφωνα μάλιστα με το αμερικανικό δίκτυο, ο πρόεδρος είπε ξεκάθαρα την αλήθεια προχθές στον Λευκό Οίκο: «Αν αυτή τη στιγμή κάνω κάτι ανόητο, όπως να υποχωρήσω στο θέμα της ασφάλειας των συνόρων, οι πρώτοι που θα μου επιτεθούν θα είναι οι γερουσιαστές μου. Οι επόμενοι θα είναι οι βουλευτές μου και τέλος, ειλικρινά, η εκλογική μου βάση και πολλοί απλοί Ρεπουμπλικανοί».
Καθώς ο Τραμπ δεν σκέφτεται κανέναν «συμβιβασμό» που να μην εμπεριέχει το τείχος, η κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης καθίσταται όλο και πιο πιθανή, σύμφωνα με πολλούς αναλυτές. Αλλά ούτε κι αυτό θα έβαζε αμέσως τέρμα στο αδιέξοδο.
Μια τέτοια κίνηση θα ήταν αμφισβητήσιμη από συνταγματικής πλευράς, καθώς η χώρα δεν βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση και ενδέχεται να ξεσηκώσει σειρά από δικαστικές αγωγές.
Το όφελος; Καθαρά για πολιτική κατανάλωση, όπως σχολίαζε το CNN, «μια παρατεταμένη δικαστική διαμάχη θα ήταν ένας τρόπος για να δείξει στους πιο πιστούς υποστηρικτές του ότι δεν έχει εγκαταλείψει τον αγώνα».
