Tο έχει ο Ντόναλντ Τραμπ το ταλέντο να προσελκύει μπελάδες. Ακόμα δεν έχει κλείσει έναν μήνα στον Λευκό Οίκο κι ενώ έχει δημιουργήσει διπλωματικές τριβές και μέτωπο με τους δικαστές εξαιτίας του ρατσιστικού του διατάγματος, χθες αναγκάστηκε να αποχωριστεί και τον σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας Μάικλ Φλιν.
Η παραίτηση ενός τόσο σημαντικού συμβούλου μιας κυβέρνησης που ακόμα βρίσκεται στα σπάργανα είναι σπάνιο φαινόμενο στις ΗΠΑ.
Ωστόσο, ο απόστρατος στρατηγός Φλιν υποχρεώθηκε να παραιτηθεί μετά τα δημοσιεύματα που αποκάλυπταν ότι συζήτησε το θέμα των αμερικανικών κυρώσεων εναντίον της Μόσχας με τον Ρώσο πρεσβευτή στην Ουάσινγκτον προτού ο Τραμπ ορκιστεί πρόεδρος, καθώς και ότι παραπλάνησε τον αντιπρόεδρο Μάικ Πενς σχετικά με το περιεχόμενο αυτών των συνομιλιών.
Αυθαίρετες διαβεβαιώσεις
Σύμφωνα με τις εφημερίδες «Washington Post» και «New York Times», στα τέλη Δεκεμβρίου, όταν η κυβέρνηση του τέως προέδρου Μπαράκ Ομπάμα ζητούσε την επιβολή κυρώσεων κατά της Ρωσίας λόγω της υποτιθέμενης παρέμβασής της στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές, ο Φλιν διαβεβαίωνε τον Ρώσο πρεσβευτή Σεργκέι Κισλιάκ ότι ο Ντόναλντ Τραμπ θα είναι πολύ πιο επιεικής απέναντι στη χώρα του.
Τα δημοσιεύματα, παράλληλα, έθεταν ζήτημα εθνικής ασφάλειας, αλλά και παραβίασης του νόμου.
Στην επιστολή παραίτησής του ο Μάικλ Φλιν παραδέχθηκε ότι «άθελά μου έδωσα στον εκλεγμένο αντιπρόεδρο και σε άλλους ελλιπείς πληροφορίες σχετικά με τις τηλεφωνικές μου συνομιλίες με τον Ρώσο πρεσβευτή. Εχω ζητήσει ειλικρινά συγγνώμη από τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο και την έχουν δεχθεί».
Θέμα εμπιστοσύνης και όχι νομικού ζητήματος αποτελεί η παραίτηση Φλιν, σύμφωνα με τον εκπρόσωπο του Λευκού Οίκου, Σον Σπάισερ.
Σε ανάλογο πνεύμα, η σύμβουλος του Τραμπ, Κέλιαν Κονγουέι, είπε στο NBC ότι είχε δημιουργηθεί μια «αφόρητη κατάσταση» και ότι ο Φλιν παραιτήθηκε επειδή παραπλάνησε τον πρόεδρο.
Παράλληλα, τα υπόλοιπα μέλη της κυβέρνησης ισχυρίζονται ότι όλα βαίνουν καλώς. Ο υπουργός Αμυνας Τζιμ Μάτις, απόστρατος στρατηγός και αυτός όπως ο Μάικλ Φλιν, επιμένει ότι η παραίτηση του συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας «δεν επηρεάζει καθόλου» τη δική του δουλειά.
Ο Μάτις αυτή την εβδομάδα πρόκειται να έχει την πρώτη του συνάντηση στις Βρυξέλλες με τους ομολόγους του από τις χώρες του ΝΑΤΟ.
Το βάπτισμα του πυρός στην Ευρώπη αναμένεται να πάρει σήμερα στη συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών των G20 και ο νέος υπουργός Εξωτερικών Ρεξ Τίλερσον.
Η επιλογή του είχε προκαλέσει εντονότατες αντιδράσεις μεταξύ των Δημοκρατικών αλλά και σε σημαντική μερίδα των Ρεπουμπλικανών λόγω των στενών επιχειρηματικών σχέσεων που διατηρούσε παλιότερα με τη Ρωσία ως διευθύνων σύμβουλος της ExxonMobil.
Μετά και την υπόθεση Φλιν, οι Δημοκρατικοί ζητούν ξανά τη διεξαγωγή έρευνας για τις σχέσεις του Τραμπ με τη Ρωσία.
«Ο αμερικανικός λαός οφείλει να γνωρίζει πλήρως τις οικονομικές, προσωπικές και πολιτικές επαφές του προέδρου Τραμπ με τη Ρωσία και τι σημαίνουν αυτές για την εθνική μας ασφάλεια», δήλωσε χθες η επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων Νάνσι Πελόζι.
Νωρίτερα, ο βουλευτής των Δημοκρατικών Ανταμ Σιφ και μέλος της Επιτροπής Ασφαλείας της Βουλής είχε θέσει το ερώτημα αν ο Φλιν ενεργούσε αυτοβούλως ή εκ μέρους του προέδρου.
Με το αίτημα περί έρευνας, πάντως, συντάχθηκαν χθες και ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί γερουσιαστές, όπως ο πρώην υποψήφιος πρόεδρος Τζον Μακέιν, καθώς και οι γερουσιαστές της Νότιας Καρολίνα Λίντσεϊ Γκρέιχαμ και του Μιζούρι Ρόι Μπλαντ.
Στην αντεπίθεση!
Ο Τραμπ, πάντως, αν και μέσω του εκπροσώπου του Λευκού Οίκου μίλησε για «παραπλάνηση και διάρρηξη της εμπιστοσύνης», σε προσωπικό επίπεδο εκφράστηκε αλλιώς. «Η αληθινή ιστορία εδώ είναι γιατί υπάρχουν τόσες πολλές διαρροές από την Ουάσινγκτον. Θα γίνονται τέτοιες διαρροές και όταν θα διαπραγματεύομαι για τη Βόρεια Κορέα κ.λπ.;», ήταν η πρώτη του δήλωση για το θέμα μέσω Twitter, όπως άλλωστε συνηθίζει.
Αραγε, υπονοεί ότι οι διαρροές προς τον Τύπο έγιναν από εκείνους τους πολιτικούς κύκλους που θέλουν πάση θυσία να αποτρέψουν τυχόν προσέγγιση ΗΠΑ – Ρωσίας;
«Είναι προφανές ότι ο Φλιν αναγκάστηκε να γράψει την επιστολή παραίτησής του υπό κάποια πίεση», δήλωσε ο Λεονίντ Σλούτσκι, επικεφαλής της επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Κάτω Βουλής του ρωσικού Κοινοβουλίου.
«Στόχος ήταν οι ρωσοαμερικανικές σχέσεις, η υπονόμευση της εμπιστοσύνης της νέας αμερικανικής κυβέρνησης». Επίσημα, πάντως, το Κρεμλίνο σχολίασε απλά μέσω του εκπροσώπου του Ντμίτρι Πεσκόφ ότι «αποτελεί εσωτερική υπόθεση των ΗΠΑ».
