Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η επιβολή κυρώσεων και η δέσμευση κεφαλαίων εναντίον ενός κράτους δεν είναι ένας νέος τρόπος άσκησης ισχυρής πίεσης σε εχθρικές κυβερνήσεις. Μεταπολεμικά, ήδη το 1952, η κυβέρνηση Μοσαντέκ στο Ιράν υπήρξε θύμα κυρώσεων και δέσμευσης κεφαλαίων από τη Βρετανία και τις ΗΠΑ, όταν προσπάθησε να θέσει όρους στην εκμετάλλευση του πετρελαίου από τις βρετανικές εταιρείες. Από τότε οι κυρώσεις κατευθύνονταν κυρίως εναντίον χωρών που θεωρούνταν εχθρικές προς την αμερικανική πολιτική με μόνη εξαίρεση το ρατσιστικό καθεστώς της Νοτίου Αφρικής τη δεκαετία του 1980. Τις περισσότερες μάλιστα φορές οι κυρώσεις εναντίον κρατών και η δέσμευση των κεφαλαίων τους από τις ΗΠΑ δεν καλυπτόταν από απόφαση του ΟΗΕ και αποτελούσε μια παράνομη και καταχρηστική ενέργεια που βασιζόταν αποκλειστικά στην αμερικανική νομοθεσία και στη δεσπόζουσα θέση των αμερικανικών τραπεζών στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Στην περίπτωση της κυβέρνησης των Ταλιμπάν, η Αμερική έχει δεσμεύσει αφγανικά κρατικά κεφάλαια επτά δισεκατομμυρίων δολαρίων και ευρωπαϊκές χώρες έχουν δεσμεύσει άλλα δύο δισεκατομμύρια. Το ποσό είναι κολοσσιαίο αν σκεφτεί κανείς ότι, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, το ΑΕΠ του Αφγανιστάν το 2020 ήταν είκοσι δισεκατομμύρια και τα επόμενα δύο χρόνια η τάση ήταν μάλλον καθοδική λόγω του πολέμου και της επικράτησης των Ταλιμπάν. Δηλαδή τα δεσμευμένα κεφάλαια είναι ίσα με το μισό αφγανικό ΑΕΠ.

Η επιχειρηματολογία της αμερικανικής πλευράς είναι ότι δεν απελευθερώνει τα κεφάλαια γιατί φοβάται ότι η διαχείρισή τους από τους Ταλιμπάν δεν θα αποσκοπεί στην ανάπτυξη της χώρας και την αντιμετώπιση των οξύτατων προβλημάτων του αφγανικού λαού, αλλά στην ενίσχυση του καθεστώτος τους. Επίσης θεωρούν ότι η διαφθορά και η ανυπαρξία λογοδοσίας θα οδηγήσουν στην διασπάθιση των πόρων αυτών. Αν οι ΗΠΑ είχαν τις ίδιες ευαισθησίες για τις κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο τότε θα έπρεπε να έχουν δεσμεύσει τα κεφάλαια δεκάδων αφρικανικών, κεντροασιατικών και μεσανατολικών κρατών που είναι σύμμαχοί τους. Μπροστά στο φάσμα της πείνας που ήδη μαστίζει τους Αφγανούς (σύμφωνα με την Human Rights Watch to 90% των Αφγανών υποσιτίζεται), οι ΗΠΑ προτείνουν την διαχείριση μέρους των παγωμένων κεφαλαίων (περίπου 3 δισεκατομμύρια) από επενδυτικό σχήμα που θα το διαχειρίζονται στελέχη του ελβετικού κράτους και Αφγανοί οικονομικοί εμπειρογνώμονες. Η πρόταση δεν έχει γίνει, προς το παρόν, δεκτή από τους Ταλιμπάν, μιας και κάτι τέτοιο θα αποτελούσε αποδοχή της νομιμότητας της δέσμευσης αλλά δεν αποκλείεται η τελική αποδοχή ενός παρόμοιου συμβιβαστικού σχεδίου λόγω της πραγματικά δραματικής κατάστασης στην αφγανική κοινωνία και οικονομία.

Αν οι Ταλιμπάν αποδεχθούν τέτοιο συμβιβασμό τότε οι Αμερικανοί θα μπορούν να πιέζουν, ελέγχοντας οικονομικά, την αφγανική κυβέρνηση. Ουσιαστικά πρόκειται για μια προσπάθεια εξ αποστάσεως ελέγχου της χώρας, χωρίς στρατιωτική παρουσία. Αν αυτός ο συμβιβασμός δεν καταστεί εφικτός τότε η Ουάσιγκτον ίσως ευελπιστεί ότι η πείνα και η παρεπόμενη κοινωνική οργή θα ενισχύσουν μια εμφύλια σύγκρουση στην χώρα. Μια κατάσταση ελεγχόμενου χάους μπορεί να είναι προτιμότερη για την αμερικανική πολιτική από μια σταθεροποίηση των Ταλιμπάν. Θα δημιουργεί συνεχείς πονοκεφάλους στους γείτονες της χώρας, ιδίως στην Κίνα, στο Ιράν και στο «άτακτο», όσον αφορά το Ουκρανικό ζήτημα, Πακιστάν. Ο μόνος δρόμος αντίδρασης στην πίεση που ασκούν οι ΗΠΑ μέσω της δέσμευσης των αφγανικών κεφαλαίων θα ήταν μια γενναία χρηματοδότησή του Αφγανιστάν από χώρες που έχουν τέτοια πιστωτική ικανότητα, δηλαδή από την Κίνα και τις μοναρχίες του Κόλπου. Η πρώτη, παρά τις συμφωνίες για επενδύσεις στο Αφγανιστάν δεν φαίνεται, προς το παρόν, έτοιμη για χρηματοδοτική σανίδα σωτηρίας προς την Καμπούλ. Αν η αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ, πάρει πραγματικά παγκόσμιο χαρακτήρα, τότε είναι πιθανότερη μια διάσωση του Αφγανιστάν από κινεζικά κεφάλαια. Οι δεύτερες έχουν σημαντικά προβλήματα ασφαλείας και δεν θεωρούν προτεραιότητά τους να συγκρουστούν με την Ουάσιγκτον για να σώσουν τους Ταλιμπάν και τον αφγανικό λαό.

*Αναπληρωτής Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και υπεύθυνος του Κέντρου Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών, www.cemmis.edu.gr