Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η βραβευμένη Φιλιππινέζα δημοσιογράφος Μαρία Ρέσα καταδικάστηκε από δικαστήριο της Μανίλας για συκοφαντική δυσφήμιση. Η καταδικαστική απόφαση αφορά ρεπορτάζ για ισχυρό επιχειρηματία της χώρας, ο οποίος φέρεται να εμπλέκεται σε υποθέσεις φόνων, διακίνησης ναρκωτικών, εμπόριο λευκής σαρκός και λαθρεμπόριο, ωστόσο η Ρέσα, μέσω του ιστότοπου Rappler, ασκεί κριτική στον ακροδεξιό πρόεδρο Ροντρίγκο Ντουτέρτε.

Ο επιχειρηματίας αυτός φέρεται να έχει ασυλία για τις δραστηριότητες αυτές καθώς διατηρεί στενές σχέσεις με τον πρώην πρόεδρο του ανώτατου δικαστηρίου της χώρας. Η ανεξαρτησία του δικαστικού συστήματος των Φιλιππίνων, για το οποίο υπήρχαν επί χρόνια βαριές σκιές και κατηγορίες για διαφθορά, αμφισβητείται ολοένα περισσότερο αφότου ανέλαβε την εξουσία ο πρόεδρος Ντουτέρτε, το 2016.

Η 56χρονη Ρέσα, άλλοτε δημοσιογράφος του CNN, είναι συνιδρύτρια του ειδησεογραφικού ιστότοπου Rappler, ο οποίος βρίσκεται στο στόχαστρο διαφόρων προσφυγών στη δικαιοσύνη, καθώς δημοσιεύει άρθρα τα οποία επικρίνουν την πολιτική του αρχηγού του κράτους, ειδικά για τον «πόλεμο» που διεξάγει εναντίον της διακίνησης ναρκωτικών επιτρέποντας τις εκτελέσεις υπόπτων χωρίς να προηγηθεί δίκη, παραβιάζοντας κάθε αρχή του δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα, με αποτέλεσμα να έχουν χάσει τη ζωή τους σχεδόν 5.600 άνθρωποι. Σύμφωνα με οργανώσεις υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο πραγματικός απολογισμός είναι τουλάχιστον τριπλάσιος.

Η Ρέσα έχει αφεθεί ελεύθερη εν αναμονή της εκδίκασης της έφεσής της και οι οργανώσεις για την ελευθερία του Τύπου μιλούν για πλήγμα στην ελευθερία της έκφρασης και για προσπάθεια φίμωσης των δημοσιογράφων ώστε η κυβέρνηση Ντουτέρτε να μπορεί να δρα ανεξέλεγκτα.

«Θα αντισταθούμε σε όλες τις επιθέσεις εναντίον της ελευθερίας του Τύπου», τόνισε η Μαρία Ρέσα, που το 2018 είχε συμπεριληφθεί από το περιοδικό TIME στις προσωπικότητες της χρονιάς.

Η απόφαση είναι «ήττα, αλλά όχι απρόσμενη», συνέχισε. «Προσπαθούν να μας τρομοκρατήσουν, αλλά δεν φοβάμαι. Καθώς όταν δεν ασκείς τα δικαιώματά σου, χάνεις», συμπλήρωσε.

Οι διώξεις έγιναν βάσει του εξαιρετικά αμφιλεγόμενου νόμου για την καταπολέμηση του κυβερνοεγκλήματος, ο οποίος καλύπτει περιπτώσεις ανάρτησης δυσφημιστικού περιεχομένου, σεξουαλικών παρενοχλήσεων ή παρενόχλησης γενικά, καθώς και παιδικής πορνογραφίας. Ο νόμος αυτός τέθηκε σε ισχύ τον Σεπτέμβριο του 2012, αφού εμφανίστηκε το επίδικο άρθρο.

Οργανώσεις υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και οργανώσεις που αγωνίζονται για την ελευθεροτυπία τονίζουν πως αυτή η δίκη για συκοφαντική δυσφήμιση, οι διώξεις για φορολογικές υποθέσεις και η προσπάθεια της κυβέρνησης να αφαιρεθούν οι διαπιστεύσεις δημοσιογράφων του Rappler εντάσσονται σε μια ευρεία εκστρατεία διωγμού του μέσου.

Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, «οι επιθέσεις» εναντίον του Rappler εγγράφονται σε μια ευρύτερη εκστρατεία εναντίον της ελευθεροτυπίας στις Φιλιππίνες. Άλλωστε η δικαστική απόφαση ήρθε ένα μήνα μετά τη διακοπή της μετάδοσης του σήματος των σταθμών του τηλεοπτικού δικτύου ABS-CBN, του μεγαλύτερου των Φιλιππίνων, καθώς η κυβέρνηση απροσδόκητα δημοσιοποίησε διάταγμα που προβλέπει το κλείσιμό του λόγω των δυσκολιών στις διαπραγματεύσεις για την ανανέωση της άδεια του.

Το ABS-CBN όπως και το Rappler έχουν καλύψει με πολύ μεγάλα ρεπορτάζ τον «πόλεμο εναντίον των ναρκωτικών» του προέδρου, ο οποίος παρότρυνε αστυνομικούς να σκοτώνουν όποιον θεωρούν πως είναι διακινητής ή τοξικομανής.