Αντιμέτωπος με μία από τις σοβαρότερες κρίσεις της θητείας του, αρχής γενομένης το 2012, βρίσκεται ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ. Ο ανένδοτος, σχεδόν εξάμηνος πια, λαϊκός αγώνας υπέρ της δημοκρατίας στο Χονγκ Κονγκ –με αποκορύφωμα ώς σήμερα την έκβαση-κόλαφο για το Πεκίνο των τοπικών εκλογών της Κυριακής– δημιουργεί «κακό» προηγούμενο για το αυταρχικό κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας, εντείνοντας τον «κίνδυνο» εξάπλωσης του φιλοδημοκρατικού «ιού» και σε άλλα κινεζικά… βιλαέτια, παρά την ωμή βία με την οποία οι δυνάμεις καταστολής (και όχι ο κινεζικός στρατός, προσώρας τουλάχιστον) επιχειρούν να καταπνίξουν το κίνημα διαμαρτυρίας.
Ενδεικτική η αντίδραση του προεδρικού γραφείου στην… απείθαρχη Ταϊβάν που έσπευσε να εκφράσει «μεγάλο θαυμασμό» για το εκλογικό αποτέλεσμα, το οποίο, όπως επισημαίνει, καταδεικνύει τη βούληση των κατοίκων του Χονγκ Κονγκ να διεκδικήσουν ελευθερία και δημοκρατία. Εξίσου ενδεικτική η απάντηση του Πεκίνου. «Ασχέτως του πώς αλλάζει η κατάσταση στο Χονγκ Κονγκ, είναι ξεκάθαρο πως αποτελεί τμήμα της κινεζικής επικράτειας. Οποιεσδήποτε απόπειρες να αποδιοργανωθεί το Χονγκ Κονγκ ή να υπονομευτεί η σταθερότητα και η ευημερία του θα αποτύχουν», τόνισε ο Κινέζος υπουργός Εξωτερικών Γουάνγκ Γι, αποφεύγοντας να σχολιάσει ευθέως το –συντριπτικό υπέρ του φιλοδημοκρατικού κινήματος και κατά της φιλοκινεζικής τοπικής κυβέρνησης– αποτέλεσμα της κάλπης. Ο δε εκπρόσωπος του κινεζικού ΥΠΕΞ Γκενγκ Σουάνγκ επανέλαβε πως η χώρα του είναι «αποφασισμένη να διαφυλάξει την εθνική κυριαρχία και να αντιταχθεί σε οποιαδήποτε ανάμειξη ξένων δυνάμεων στις υποθέσεις του Χονγκ Κονγκ».
Δημοψήφισμα
Λίγοι τρέφουν ελπίδες πως η, εκλεκτή του Πεκίνου, κυβερνήτρια Κάρι Λαμ έλαβε όντως το μήνυμα των εκλογών, που αποτέλεσαν ουσιαστικά ένα σαρωτικά αρνητικό δημοψήφισμα για τα πεπραγμένα της. Μολονότι υποσχέθηκε να σεβαστεί το αποτέλεσμα και να «ακούσει ταπεινά» τις θέσεις των διαμαρτυρόμενων πολιτών, δεν αναμένεται να τηρήσει γνήσια συμβιβαστική στάση (πιεσμένη βέβαια και από την Κίνα), απορρίπτοντας μέχρι τώρα ως «ευσεβείς πόθους» τα αιτήματά τους με βασικότερα τη θεσμοθέτηση καθολικής ψήφου και τη διεξαγωγή ανεξάρτητης έρευνας για τη βάρβαρη αστυνομική καταστολή των λαϊκών κινητοποιήσεων. Το σίγουρο είναι πως το παραπλανητικό επιχείρημά της περί ύπαρξης μιας «σιωπηλής πλειοψηφίας» που στηρίζει και την ίδια και την καταφυγή στη βία της αστυνομίας κατέρρευσε με πάταγο.
Για πρώτη φορά στα χρονικά, σχεδόν τρία εκατομμύρια πολίτες προσήλθαν στις κάλπες, καταγράφοντας ρεκόρ συμμετοχής άνω του 71%. Συντριπτικά οι περισσότεροι εξέφρασαν την έντονη δυσαρέσκειά τους έναντι της Λαμ, υπερψηφίζοντας μαζικά φιλοδημοκρατικούς υποψηφίους της αντιπολίτευσης που αναδείχτηκαν θριαμβευτές κερδίζοντας 347 έδρες σε σύνολο 452, αφού κατάφεραν να επικρατήσουν στα 17 από τα 18 συνοικιακά συμβούλια του Χονγκ Κονγκ. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν και ηγετικά στελέχη φοιτητικών ενώσεων που πρωτοστατούν στις μαχητικές κινητοποιήσεις. Παρότι τα συμβούλια αυτά δεν διαθέτουν ουσιαστική πολιτική εξουσία, αλλά διαχειρίζονται θέματα όπως την αποκομιδή σκουπιδιών και τα δρομολόγια λεωφορείων, 117 από τα μέλη τους συμμετέχουν στην επιτροπή 1.200 ατόμων, τα οποία επιλέγουν τον/την εκάστοτε κυβερνήτη/κυβερνήτρια που κατόπιν διορίζεται από την κινεζική κυβέρνηση. Θεωρητικά, η ώρα της κρίσης για τη Λαμ έρχεται το 2022.
Σε μια άκρως συμβολική κίνηση, κάποιοι νεοεκλεγέντες σύμβουλοι επισκέφτηκαν τους λιγοστούς πλέον φοιτητές στο εκεί Πολυτεχνείο που παραμένουν εδώ και μέρες πολιορκημένοι από ισχυρές δυνάμεις της αστυνομίας, αρνούμενοι να παραδοθούν, καθώς –πέρα από αστυνομικές βιαιοπραγίες εναντίον τους– φοβούνται πως η σύλληψή τους (όπως και σχεδόν 1.100 άλλων τα προηγούμενα 24ωρα) θα δρομολογήσει τη βέβαιη καταδίκη τους για πρόκληση ταραχών, που επισείει ποινή φυλάκισης έως δέκα χρόνια. Οι σύμβουλοι δεν κατάφεραν να πείσουν ούτε τους φοιτητές να βγουν ούτε την αστυνομία να άρει τον κλοιό και να επιτρέψει την είσοδο ανθρωπιστικής βοήθειας, εν μέσω πληροφοριών πως η σωματική και ψυχολογική κατάσταση των εγκλωβισμένων επιδεινώνεται διαρκώς.
