Η χθεσινή ομιλία της πρωθυπουργού Γιασίντα Αρντερν στο Κοινοβούλιο της Νέας Ζηλανδίας ήταν υπόδειγμα πάθους, ευγλωττίας, συμπόνιας για τα θύματα του μακελειού, αλλά και χαλύβδινης πολιτικής αποφασιστικότητας.
Ξεκινώντας με ένα άκρως συμβολικό «Σαλάαμ αλέικουμ» («Ειρήνη σε σας»), η Αρντερν ξεκαθάρισε πως σκοπεύει να στερήσει από τον κατά συρροήν δολοφόνο Μπρέντον Τάραντ το ισχυρότερο κίνητρό του: την παγκόσμια φήμη.
Δεσμεύθηκε συγκεκριμένα ότι δεν θα προφέρει ποτέ το όνομά του και φυσικά επανέλαβε ότι ο 28χρονος Αυστραλός θα αντιμετωπίσει «την πλήρη αυστηρότητα του νόμου».
«Με αυτή την τρομοκρατική ενέργεια επεδίωκε πολλά πράγματα, κι ένα από αυτά είναι η διασημότητα. Αλλά εμείς στη Νέα Ζηλανδία δεν θα του δώσουμε τίποτε. Για αυτόν τον λόγο, δεν σκοπεύω να προφέρω ποτέ το όνομά του», είπε η Αρντερν.
«Είναι ένας τρομοκράτης. Είναι ένας εγκληματίας. Είναι ένας εξτρεμιστής. Αλλά όποτε μιλάω εγώ, αυτός θα μένει ανώνυμος», επέμεινε. Και για τα 50 θύματα του Κράισττσερτς, είπε απλά: «Είμαστε ένα […] οι άνθρωποι αυτοί είμαστε εμείς».
Επίσης, η πρωθυπουργός άσκησε δριμύτατη κριτική στο Facebook, χαρακτηρίζοντας «φρικτό» το γεγονός ότι, ύστερα από πέντε ημέρες, το απαγορευμένο βίντεο των δολοφονιών παραμένει προσβάσιμο: «Μας έχουν δώσει τόσες διαβεβαιώσεις… Εν τέλει, η ευθύνη είναι δικιά τους».
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, η νεοζηλανδική κυβέρνηση θα εξαντλήσει κάθε περιθώριο για να εμποδίσει τη μετατροπή της δίκης του νεοναζί Τάραντ σε «πλατφόρμα» για την παρουσίαση και διάδοση των ρατσιστικών ιδεών του.
Οταν ρωτήθηκε, ωστόσο, από δημοσιογράφους αν θα γίνει η δίκη κεκλεισμένων των θυρών, αρκέστηκε να πει ότι «θα το ήθελα, αλλά δεν είναι δική μου απόφαση – αυτό θα το κρίνει η Δικαιοσύνη».
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η πρωθυπουργός σκοπεύει να πράξει αυτό που εδώ και τόσες δεκαετίες αρνούνται ή «αμελούν» να κάνουν οι ομόλογοί της στις ΗΠΑ: να στερήσει δηλαδή από τους τυχόν επίδοξους μιμητές του Τάραντ τη νόμιμη αγορά των πολυβόλων που του επέτρεψαν να σκοτώσει τόσο πολλούς ανθρώπους σε τόσο μικρό διάστημα.
Ειδικότερα, η Αρντερν εξήγγειλε αλλαγή της νομοθεσίας για την οπλοκατοχή, ειδικά την απαγόρευση των ημιαυτόματων τουφεκιών εφόδου όπως το AR-15 που χρησιμοποίησε ο δράστης του μακελειού. Και όχι «του χρόνου», αλλά αμέσως – αφού δεσμεύτηκε να παρουσιάσει τη νέα δρακόντεια νομοθεσία την ερχόμενη Δευτέρα.
Τέλος, ανακοίνωσε πως θα πραγματοποιηθεί επίσημη έρευνα για την αποτυχία των νεοζηλανδικών υπηρεσιών πληροφοριών και ασφαλείας να αναγνωρίσουν έγκαιρα τον κίνδυνο επιθέσεων από ακροδεξιούς σαν τον Τάραντ –αποτυχία που αποδίδεται στην εμμονή των υπηρεσιών αυτών να παρακολουθούν στενά μόνο τη μουσουλμανική κοινότητα.
Στο μεταξύ, «παγωμένες» παραμένουν στην Κράισττσερτς οι προετοιμασίες για τις κηδείες των 50 θυμάτων, που ήταν κυρίως μετανάστες και πρόσφυγες από διάφορες χώρες, το Πακιστάν, το Μπανγκλαντές, την Ινδία, την Τουρκία, το Κουβέιτ, τη Σομαλία κ.ά.
Ως τώρα, μόνο έξι σοροί έχουν επιστραφεί στους οικείους τους και προετοιμάζονται για τις παραδοσιακές μουσουλμανικές τελετές της κηδείας, που, σύμφωνα με το Ισλάμ, πρέπει να πραγματοποιηθούν το ταχύτερο δυνατόν.
Τέλος, να σημειωθεί πως από τους πενήντα τραυματίες της επίθεσης, τριάντα νοσηλεύονται ακόμη στο νοσοκομείο της Κράισττσερτς, εκ των οποίων εννιά σε κρίσιμη κατάσταση.
Σε «εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση» παραμένει κι ένα τετράχρονο παιδί σε νοσοκομείο του Οκλαντ.
