Το «φάντασμα» του νεαρού μικροπωλητή Μοχάμεντ Μπουαζίζι, η αυτοπυρπόληση του οποίου στη μικρή πόλη Σίντι Μπουζίντ πυροδότησε την «αραβική άνοιξη», πλανιέται ξανά πάνω από την Τυνησία – τη χώρα που (ώς τώρα πιστευόταν πως) αποτελεί το μοναδικό φωτεινό παράδειγμα εκδημοκρατισμού, το μοναδικό αν θέλετε «success story» που προέκυψε από τις μαζικές εξεγέρσεις του 2011.
Χτες, έπειτα από νέες συγκρούσεις χιλιάδων απελπισμένων από τη φτώχεια και την ανεργία νεαρών με την αστυνομία στην κεντρική επαρχία της Κασερίν και άλλες περιοχές της χώρας, η κυβέρνηση εθνικής ενότητας αποφάσισε την επιβολή απαγόρευσης κυκλοφορίας σε ολόκληρη την Τυνησία, φτάνοντας ένα σκαλί πριν από την πλήρη εφαρμογή στρατιωτικού νόμου.
Η εξέγερση των νεαρών στην Κασερίν δεν ήρθε τυχαία: πέντε χρόνια μετά την Επανάσταση του 2011, το κίνημα εναντία στη φτώχεια και την ανεργία «ξύπνησε» πάλι μετά την αυτοκτονία ενός ακόμη νεαρού άντρα, που συμμετείχε σε πολυπληθή μεγάλη αντικυβερνητική διαδήλωση το περασμένο Σάββατο.
Ο 27χρονος Ρίντα Γιεχάουι, που ήλπιζε μάταια –όπως και χιλιάδες άλλοι άνεργοι συντοπίτες του– ότι θα τον προσλάμβαναν σε ένα μεγάλο δημόσιο έργο, σκαρφάλωσε σε έναν πυλώνα της ΔΕΗ και πέθανε από ηλεκτροπληξια ακουμπώντας συνειδητά στα γυμνά καλώδια υψηλής τάσης.
Ο ξεσηκωμός, οι λεηλασίες κρατικών κτιρίων και καταστημάτων και οι συγκρούσεις με την αστυνομία ξεκίνησαν την ίδια νύχτα και μέρα με τη μέρα «απλώθηκαν» σαν δασική πυρκαγιά σε όλη την επαρχία, μια από τις φτωχότερες της χώρας, για να φτάσουν το περασμένο διήμερο και στην πρωτεύουσα Τύνιδα, όπου νεαροί εξεγερμένοι έκαψαν αστυνομικά τμήματα με βόμβες μολότοφ και τραυμάτισαν πολλούς αστυνομικούς.
Απαγόρευση κυκλοφορίας
Ο θάνατος ενός αστυνομικού στην πόλη Φεριάνα, τα ξημερώματα της Πέμπτης, αλλά και οι μεγάλες διαδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν στο κέντρο της Τύνιδας (παρά την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης που έχει επιβληθεί στη χώρα από τον περασμένο Νοέμβριο, έπειτα από τρομοκρατική επίθεση ισλαμιστών που προκάλεσε τον θάνατο 12 αστυνομικών των ειδικών δυνάμεων στην «καρδιά» της πρωτεύουσας), ήταν η θρυαλλίδα για τη χτεσινή επιβολή της καθολικής νυχτερινής απαγόρευσης κυκλοφορίας.
Οι περισσότεροι διαδηλωτές είναι άνεργοι πτυχιούχοι και επιμένουν πως οι κινητοποιήσεις τους είναι ειρηνικές, αλλά δεν αντέχουν άλλο την έλλειψη προοπτικής και την προδοσία των ιδανικών για δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη που έθρεψαν την επανάσταση πριν από πέντε χρόνια.
Ο Χάταρ Αμπού Ντιάμπ, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο των Παρισίων, εξηγεί στο πρακτορείο A.P. πως «ανεξάρτητα από το ποιος διοικεί τη χώρα, η Τυνησία υποφέρει από την ανισότητα του πλούτου.
Η πρωτεύουσα και οι πλούσιες παράκτιες περιοχές χαίρουν καλύτερης μεταχείρισης από την ενδοχώρα. Ο κόσμος κέρδισε περισσότερη ελευθερία μετά την επανάσταση, αλλά απαιτεί πιο συγκεκριμένα πράγματα – ψωμί και δουλειές»…
Η κυβέρνηση προσπάθησε να ηρεμήσει τα πνεύματα υποσχόμενη τη δημιουργία 6.000 νέων θέσεων εργασίας στη Κασερίν, αλλά είναι φανερό πως έχει χάσει τον έλεγχο της κατάστασης και καταφεύγει στην ωμή καταστολή.
Για τους περισσότερους νεαρούς, άλλωστε, ελάχιστα έχουν αλλάξει από την εποχή του αγαπημένου «προέδρου» της Δύσης και εκλεκτού του ΔΝΤ, του δικτάτορα Μπεν Αλί, που ζει ζωή χαρισάμενη με την οικογένειά του στη Σαουδική Αραβία.
