Ακόμη ένα μεγαλειώδες ζώο σκοτώθηκε από κυνηγό στη Ζιμπάμπουε, αυτήν τη φορά Γερμανό, ο οποίος σύμφωνα με πληροφορίες πλήρωσε το ποσό των 60.000 δολαρίων για να μπορέσει να πάρει τη σχετική άδεια και να κυνηγήσει σε εθνικό πάρκο.
Ο κυνηγός δεν πτοήθηκε από την κατακραυγή που προκάλεσε ο θάνατος του Σεσίλ, και βέβαια τόλμησε να φωτογραφηθεί υπερήφανος πλάι στο νεκρό ζώο. Το σκότωσε στις 8 Οκτωβρίου, τρεις μήνες περίπου μετά τον Σεσίλ.
Το γεγονός συνέβη στο εθνικό πάρκο Γκοναρέζου, όπου ο κυνηγός βρέθηκε συνοδευόμενος από ντόπιο έμπειρο οδηγό, ο οποίος αυτοδιαφημίζεται ότι βρίσκει μεγάλους ελέφαντες για τους πελάτες του.
Κυνήγι εκτός επιτρεπόμενων ορίων
Η ηλικία του ελέφαντα δεν είναι ακριβώς γνωστή, ωστόσο υπολογίζεται ότι είναι μεταξύ 40 και 60 ετών, ενώ το μέγεθός του είναι τεράστιο. Επίσης είναι ο μεγαλύτερος ελέφαντας που σκοτώθηκε σε κυνήγι στην Αφρική τα τελευταία 30 χρόνια.
Οι αρχές εκτιμούν ότι το κυνήγι έγινε εκτός της επιτρεπόμενη περιοχής, καθώς οι εργαζόμενοι στο πάρκο δήλωσαν ότι δεν τον είχαν ξαναδεί εντός των ορίων του.
Εκφράζονται εκτιμήσεις ότι μπορεί να πέρασε στη χώρα από τη γειτονική της Νότιο Αφρική, όπου δεν υπάρχουν φραγμένα σύνορα, και ενδέχεται να είναι ο Νκόμπο, ελέφαντας του πάρκου Κρούγκερ της Νοτίου Αφρικής.
Ο Νκόμπο είχε χάσει το κολάρο παρακολούθησής του από το 2014. Επίσης, είχε εντοπιστεί εντός του πάρκου Κρούγκερ στις 3 Οκτωβρίου και εκφράζονται αμφιβολίες ότι θα μπορούσε να διανύσει τόσο μεγάλη απόσταση μέσα σε πέντε μόλις ημέρες, ώστε να βρεθεί στη Ζιμπάμπουε και να πέσει θύμα του κυνηγού.
Οργανωμένα σαφάρι 21 ημερών
Ο Γερμανός κυνηγός, του οποίου το όνομα δεν έγινε γνωστό, καθώς η εταιρεία που οργανώνει τα σαφάρι στην περιοχή αρνήθηκε να το δώσει, είχε ταξιδέψει στην Ζιμπάμπουε για να μετάσχει σε οργανωμένο σαφάρι 21 ημερών, το οποίο περιελάμβανε ελέφαντες, λεοπαρδάλεις, λιοντάρια, βουβάλι και ρινόκερους.
‘Η εταιρεία υποστήριξε πως ο Γερμανός κυνηγός συνειδητοποίησε το μέγεθος τους ζώου μόνο αφού το σκότωσε και μάλιστα ο οδηγός του, υποστήριξε ότι το κυνήγι δεν ήταν παράνομο, αλλά και ότι το 70% των εξόδων που πληρώνουν οι κυνηγοί πηγαίνουν υπέρ της προστασίας των εθνικών πάρκων και της άγριας φύσης.
Η αντίδραση και η οργή των οικολογικών οργανώσεων και των οργανισμών για την προστασία της άγριας ζωής ήταν τεράστια, καθώς υποστήριξαν πως τέτοια ζώα είναι μοναδικά και θα πρέπει να προστατεύονται ώστε να μπορούμε όλοι να τα θαυμάζουμε και να μαθαίνουμε κάτι από την αξία της φύσης.
Ο φωτογράφος Άντονι Καστσούλα, που διατηρεί εταιρεία για φωτογραφικά σαφάρι στο πάρκο Γκοναρέζου, ανέβασε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης φωτογραφίες από το κυνήγι του μεγάλου ελέφαντα, αποδεικνύοντας ότι το ζώο αυτό ήταν σπάνιο, και μάλιστα δεν το είχαν δει ξανά ούτε ντόπιοι ούτε τουρίστες.
Εθνική κληρονομιά
«Τα ζώα αυτά έχουν μεγαλύτερη αξία ζωντανά παρά νεκρά, τόσο για τους κυνηγούς όσο και για τους απλούς τουρίστες ή τους κατοίκους της περιοχής», είπε μέσω facebook και ζήτησε να υπάρξει έλεγχος στην πολιτική που ακολουθείται σε σχέση με το κυνήγι άγριων ζώων.
«Ελέφαντες μοναδικοί σαν αυτόν πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν Εθνική Κληρονομιά και να απαγορεύεται το κυνήγι τους. Όπως αποδεικνύεται από το συμβάν, έχουμε αποτύχει εν συνόλω να εξασφαλίσουμε ότι η νομοθεσία προστατεύει τέτοια μεγαλειώδη ζώα».
Έρευνα για την υπόθεση πραγματοποιούν τόσο οι αρχές της Ζιμπάμπουε όσο και της Νοτίου Αφρικής για να διαπιστώσουν την ταυτότητα του ζώου, και μέχρι στιγμής και οι δύο πλευρές υποστηρίζουν πως ο ελέφαντας δεν ανήκε ούτε στο ένα ούτε στο άλλο πάρκο.
Ελέφαντες σε κίνδυνο
Στη Αφρική η ζωή των ελεφάντων είναι πραγματικά σε κίνδυνο. Ο πληθυσμός τους έχει μειωθεί στο 62% και έχουν μείνει λιγότεροι από 500 χιλιάδες σε ολόκληρη την ήπειρο. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι αν συνεχιστεί το κυνήγι, μέσα στην επόμενη 10ετία θα εξαφανιστούν.
Ωστόσο, αυτό δεν φαίνεται να δημιουργεί κανενός είδους τύψη στους κυνηγούς που σκοτώνουν ζώα μόνο και μόνο για να φέρουν πίσω στις χώρες τους τρόπαια. Στη Ζιμπάμπουε μόνο, το κυνήγι ελεφάντων είναι μια βιομηχανία 14 εκατομμυρίων δολαρίων τον χρόνο. Επίσης, το 2013 περισσότεροι από 100 ελέφαντες δηλητηριάστηκαν και πέθαναν, χωρίς ποτέ να διευκρινιστεί ποιος ήταν ο βασικός υπεύθυνος.
