Ξεριζωμένοι, εξαθλιωμένοι, αλλά με την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο, πρόσφυγες και μετανάστες εγκαταλείπουν κατά εκατομμύρια τις πατρίδες τους με τελικό προορισμό την Γη της Επαγγελίας, την Ευρώπη. Αφρικανοί, οι οποίοι προέρχονται κυρίως από το δυτικό τμήμα της μαύρης ηπείρου, τη Σενεγάλη, την Γκάμπια και το Μάλι, ξεπουλούν ό,τι έχουν και δεν έχουν για να στοιβαχτούν χειρότερα κι από ζώα στα φορτηγάκια και τα σαπιοκάραβα των δουλεμπόρων για το πολυπόθητο ταξίδι προς τη γηραιά ήπειρο, που συχνά οδηγεί στον θάνατο.
Και μπορεί οι αρχές στην Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική να δηλώνουν ότι θα σπάσουν την αλυσίδα του δουλεμπορίου, στην πράξη όμως συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Κι όσο οι φλόγες του πολέμου και η απόλυτη φτώχεια αφανίζουν κάθε ελπίδα για μια φυσιολογική ζωή τόσο τα δουλεμπορικά δίκτυα γιγαντώνονται.
Ενα από τα μεγαλύτερα δουλεμπορικά κέντρα είναι η πόλη του Αγκαντέζ, στο νότιο άκρο της Σαχάρας, στον Νίγηρα, η οποία από τον 15ο αιώνα υπήρξε εμπορικό σταυροδρόμι και η «πύλη» μεταξύ Δυτικής και Βόρειας Αφρικής. Είναι η μεγαλύτερη πόλη του Νίγηρα και πρωτεύουσα της φυλής των Τουαρέγκ.
Σήμερα η πόλη με τις πλινθόκτιστες κατοικίες έχει μετατραπεί σε παράδεισο των δουλεμπόρων καθώς σύμφωνα με τις πλέον μετριοπαθείς εκτιμήσεις κάθε εβδομάδα 3.000-4.000 άνθρωποι στοιβάζονται σε ημιφορτηγάκια και έναντι 300-400 δολαρίων μεταφέρονται διαμέσου της Σαχάρας και, αφού διανύσουν 1.600 επικίνδυνα χιλιόμετρα, καταλήγουν στη νότια Λιβύη ή -στην καλύτερη περίπτωση- στα παράλιά της. Από εκεί θα πρέπει να πληρώσουν ακόμη 2.000-3.000 δολάρια για να διασχίσουν τη Μεσόγειο. Αν τα καταφέρουν φυσικά…
Το Αγκαντέζ είναι ένας «μείζων διαμετακομιστικός κόμβος, ένα σημαντικότατο πέρασμα», παραδέχεται μιλώντας στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων η δήμαρχος της πόλης Ριίσα Φελτού και προσθέτει ότι, μόνο στη διάρκεια του 2014, 150.000 πρόσφυγες έφτασαν στην πόλη των 90.000 κατοίκων προκειμένου να μεταφερθούν από τους διακινητές στα λιβυκά παράλια.
Πρόσφατα, ένας δημοσιογράφος και ένας φωτορεπόρτερ της «Washington Post» βρέθηκαν για μία εβδομάδα μαζί με τους δουλεμπόρους. Ενα από τα ηγετικά τους στελέχη, ο 38χρονος Μούσα, εξήγησε πως «οι κίνδυνοι είναι πολύ μεγάλοι. Ξέρω πως αν το φορτηγάκι μου πάθει βλάβη στη Σαχάρα, όπου η θερμοκρασία πλησιάζει τους 50 βαθμούς Κελσίου, τόσο εγώ όσο και οι πρόσφυγες θα πεθάνουμε το πολύ σε δύο 24ωρα. Οσο για το πιστόλι μου είναι ανεπαρκές για την αντιμετώπιση των συμμοριών που λυμαίνονται την έρημο. Ξέρω όμως πώς να λαδώσω αστυνομία και στρατό για να με αφήσουν να φτάσω στη Λιβύη. Επιπλέον γνωρίζω τη Σαχάρα όπως κανείς άλλος. Και πριν το 2010 κάναμε την ίδια δουλειά, ωστόσο τώρα δεν προλαβαίνουμε να γεμίζουμε τα φορτηγά με μετανάστες».
Την ίδια δουλειά με τον Μούσα κάνει και ο 32χρονιος Ιντρίς Μοχάμεντ, ο οποίος υποστηρίζει μιλώντας στη Wall Street Journal ότι το έργο που κάνει είναι σχεδόν… φιλανθρωπικό!
«Βοηθούμε νέους ανθρώπους να φτάσουν σε χώρες όπου έχουν ευκαιρίες. Είναι ένα νέο είδος τουρισμού» λέει χαμογελώντας αμήχανα.
Το τηλεφώνημα
Η κατάρρευση της λιβυκής κυβέρνησης άφησε μεγάλο τμήμα των ακτών της Βόρειας Αφρικής απολύτως αφύλακτο, διευκολύνοντας τη μεταφορά των προσφύγων. Αλλά καθοριστικό ρόλο έπαιξαν και παίζουν η κινητή τηλεφωνία και οι ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης, διότι κάνουν την επαφή πρόσφυγα-δουλέμπορου υπόθεση ελάχιστων λεπτών.
«Μ’ ένα μόνο τηλεφώνημα μπορεί κάποιος, έναντι παχυλού αντιτίμου, να φτάσει στην Ευρώπη» λέει ο Ονόγκε Ρεϊτάνο, ειδικός σε θέματα μετανάστευσης στο think tank GIATO που παρακολουθεί τη μετακίνηση των προσφύγων. Κάθε εβδομάδα χιλιάδες άνδρες, γυναίκες, παιδιά, ακόμη και βρέφη, συγκεντρώνονται στο Αγαδίζ. Στην πλειονότητά τους θέλουν να γλιτώσουν από την απόλυτη φτώχεια. Αλλοι προσπαθούν να ξεφύγουν από τη βία που σοβεί στο Μάλι, τη βορειοανατολική Νιγηρία, όπου η Μπόκο Χαράμ σκοτώνει αδιακρίτως, ή την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία.
Ολοι αυτοί οι πρόσφυγες έχουν κάτι κοινό: το κινητό τηλέφωνο του Μούσα και του Ιντρίς, από τα πιο «διάσημα» στη Δυτική Αφρική!
Τον περασμένο μήνα μια αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Ενωσης έφτασε μέχρι το Αγκαντέζ με στόχο να ενισχύσει τις αστυνομικές δυνάμεις του Νίγηρα. Ωστόσο διαπίστωσε ότι αστυνομία και στρατός είναι βαθιά αναμιγμένοι στο εμπόριο ψυχών. Κι αυτό γιατί το λάδωμα των δουλεμπόρων είναι πολλαπλάσιο του μηνιαίου μισθού. Αρκεί κανείς να σκεφτεί ότι για να περάσει ένα φορτηγάκι, και μάλιστα χωρίς πινακίδες κυκλοφορίας, φορτωμένο με μετανάστες, η αστυνομική ομάδα που τα ελέγχει λαμβάνει 250 δολάρια, όταν ο μισθός τους μετά βίας ξεπερνά τα 50.
Η κυβέρνηση του Νίγηρα έχει πραγματοποιήσει σποραδικές προσπάθειες για να σταματήσει τους διακινητές προσφύγων. Ειδικά το 2013, οπότε τα πτώματα 92 μεταναστών εντοπίστηκαν στη Σαχάρα λίγες δεκάδες χιλιόμετρα μακριά από το Αγκαντέζ. Τότε η αστυνομία συνέλαβε πολλούς διακινητές, μαζί με αυτούς και τον Μούσα με τα αδέλφια του. Εμεινε μόλις ένα μήνα (!) στη φυλακή και μόλις βγήκε ξεκίνησε αμέσως την παράνομη δραστηριότητά του.
Οι δραστηριότητες του Μούσα δεν σταματούν στη μεταφορά προσφύγων, καθώς για λογαριασμό του διαβόητου Τζακόντι, τον οποίο ο ίδιος ο Μούσα περιγράφει ως αδίστακτο προαγωγό, μεταφέρει εκατοντάδες νεαρά κορίτσια από τη Νιγηρία τα οποία καταλήγουν σε ευρωπαϊκά δίκτυα πορνείας. Προσπαθώντας να αποποιηθεί τις ευθύνες του ο Μούσα, λέει: «Εγώ απλώς τις μεταφέρω. Εκεί σταματάει ο δικός μου ρόλος». Σήμερα, έχοντας αποκτήσει τεράστια περιουσία από τη διακίνηση, ο Μούσα εξηγεί ότι δεν έχει πει ακόμα την αλήθεια για τη ζωή του στα τέσσερα παιδιά του, καθώς, λέει, ντρέπεται…
