Ο πιο «καθαρόαιμος» κομμουνιστής από όσους συνίδρυσαν το 1970 στην Ιταλία την ένοπλη ακροαριστερή οργάνωση Ερυθρές Ταξιαρχίες ήταν ο Αλμπέρτο Φραντζεσκίνι.
Πέθανε στις 11 Απριλίου 2025 σε ηλικία 77 ετών. Ο θάνατός του ανακοινώθηκε μόλις το περασμένο Σάββατο, με καθυστέρηση εβδομάδων και αφού η κηδεία του είχε ήδη γίνει σε στενότατο κύκλο. Πέπλο μυστικοπάθειας σκέπασε τας δυσμάς του βίου ενός μετανοημένου –τελικά– πρώην αυτόκλητου επαναστάτη, που δεν πήγε από σφαίρα κάποιου RoboCop της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας αλλά «από μακροχρόνια ασθένεια».
Μια οιονεί κόκκινη γραμμή στο οικογενειακό παρελθόν του Φραντζεσκίνι χάραξε μοιραία την προσωπική διαδρομή του. Γιος και ανιψιός στελεχών του ιταλικού ΚΚ (PCI – για τους νεότερους: διαβάζεται «Πιτσί») έγινε μέλος της νεολαίας του κόμματος, ώσπου, στα τέλη της δεκαετίας του 1960, ήρθε η απομάγευση.
Το PCI δεν πατούσε γκάζι στη λεωφόρο της επανάστασης. Μάντρωνε τους αριστερούς σε οργανώσεις και συνδικάτα, κατέβαινε στις «αστικές εκλογές», συνομιλούσε με τη δεξιά Χριστιανοδημοκρατία στην προοπτική του ιστορικού συμβιβασμού. Και κυρίως, μετά την αιματηρή καταστολή της «Ανοιξης της Πράγας» από τα σοβιετικά τεθωρακισμένα, έβαλε ρότα για τη ρεφορμιστική παρεκτροπή του ευρωκομμουνισμού. Το τελευταίο, στα μάτια των θερμόαιμων αριστεριστών, ήταν έγκλημα καθοσιώσεως.
Μεγαλωμένος με ιστορίες Ιταλών παρτιζάνων που πολέμησαν τους φασίστες και έκρυψαν τα όπλα τους για να τα χρησιμοποιήσουν σε φαντασιακό επόμενο γύρο τον οποίον (θα) καθόριζε μια υποτιθέμενη ιστορική νομοτέλεια, ο νεαρός Αλμπέρτο συνάντησε τους συντρόφους του στην αρένα των φοιτητικών/εργατικών παρατάξεων και των μικρών αλλά ψυχωμένων πολιτικών οργανώσεων της άκρας Αριστεράς.
Τόπος: τα πανεπιστήμια και τα εργοστάσια του ιταλικού Βορρά. Πρόσωπα: το ζεύγος των φοιτητών κοινωνιολογίας Ρενάτο Κούρτσιο και Μαργκερίτα Καγκόλ (η περιβόητη «Μάρα» που σκοτώθηκε σε επιδρομή αστυνομικών σε αγρόκτημα-γιάφκα τον Ιούνιο του 1975), ο καταγόμενος από δεξιούς μικροαστούς Μάριο Μορέτι (ο μετέπειτα σκληροπυρηνικός εκτελεστής του δεξιού πρώην πρωθυπουργού Αλντο Μόρο τον Μάιο του 1978) κ.ά.
Εκαψε την ταυτότητά του
Πήγε στο Μιλάνο, έκαψε την ταυτότητά του και πέρασε στην πιο βαθιά παρανομία. Ενας παλιός παρτιζάνος του έδωσε το κρυμμένο όπλο του, ένα γερμανικό λούγκερ. Με αυτό ο Αλμπέρτο έζησε και έδρασε στα «μολυβένια χρόνια» («Anni di piombo», από το ομότιτλο φιλμ της Μαργκαρέτε φον Τρότα, 1981) όπως αποκαλείται η φοβερή εικοσαετία 1968-1988, όταν η Ιταλία συγκλονίστηκε από τον ακήρυκτο πόλεμο ανάμεσα σε ένοπλα κινήματα της Αριστεράς και της Ακρας Δεξιάς και τις αστυνομικές αρχές.
Με διεθνιστικά σημεία αναφοράς το απελευθερωτικό μέτωπο FLN στην Αλγερία, τους αντάρτες Τουπαμάρος στην Ουρουγουάη και, ασφαλώς, τους Βιετκόνγκ στο Βιετνάμ, οι τιμωροί-μπριγκαντίστες οργάνωσαν απαγωγές δικαστικών, αστυνομικών, βιομηχάνων και πολιτικών, απευθυνόμενοι παράλληλα στην εργατική τάξη. Μια τάξη εξιδανικευμένη, σε εποχές που το ποτάμι των μικροαστών πλημμύριζε τα χωράφια της μεσαίας τάξης, ενώ ο καταναλωτισμός πουλούσε όνειρα ατομικής διαφυγής σε κινηματογραφική και τηλεοπτική συσκευασία.
Διακηρυγμένος στόχος των Ερυθρών Ταξιαρχιών, σε μανιφέστο του 1975, ήταν ένα «στοχευμένο πλήγμα στην καρδιά του κράτους, γιατί το κράτος είναι μια ιμπεριαλιστική συνάθροιση πολυεθνικών εταιρειών». Ιδού ο εχθρός-Μινώταυρος, το τέρας: το «Ιμπεριαλιστικό Κράτος των Πολυεθνικών» («Stato Imperialista delle Multinazionali» – SIM). Ο όρος επαναλαμβανόταν σταθερά στις προκηρύξεις.
Τον Σεπτέμβριο του 1974, ο Φραντζεσκίνι και ο Κούρτσιο συνελήφθησαν κοντά στο Τορίνο. Τους πρόδωσε ένας παλαιός αντάρτης στη Λατινική Αμερική που αποδείχτηκε χαφιές στην Ιταλία, ο πρώην Φραγκισκανός μοναχός Σιλβάνο Τζιρότο. Είχε εισχωρήσει στις Ερυθρές Ταξιαρχίες με το ψευδώνυμο «αδελφός Πολυβόλο» («frate Mitra»).
Η οργάνωση κλονίστηκε, ξαναστάθηκε στα πόδια της και έγινε ακόμα πιο φονική και άκαμπτη. Καθώς βάδιζε προς το πολιτικό της αδιέξοδο, με σημείο καμπής την εκτέλεση του σχετικά μετριοπαθούς Μόρο, ο Φραντζεσκίνι μετρούσε τις διαστάσεις πολλών κελιών. Παρέμεινε κρατούμενος επί 19 χρόνια, μέχρι την αποφυλάκισή του το 1992. Ενδιάμεσα, το 1982, έγινε κι αυτός ένας από τους εκατοντάδες «μετανοημένους» («pentiti» στα ιταλικά) αποκηρύσσοντας την ένοπλη βία.
Πρακτορολογία και ακτιβισμός
Οπως εκτιμά ο σύγχρονος ιστορικός Ντέιβιντ Μπρόντερ, «οι Ερυθρές Ταξιαρχίες αντί να προκαλέσουν με τη δράση τους μια ριζοσπαστικοποίηση του πολιτικού τοπίου της Ιταλίας, όπως ήλπιζαν, προκάλεσαν αντικομμουνιστική αντεπίθεση και την παρακμή της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, η οποία μερικές φορές συνοδεύτηκε από κατηγορίες ότι η οργάνωση διαβρώθηκε από μυστικούς πράκτορες».
Αυτή η πρακτορολογία άνθησε και στο μυαλό του Φραντζεσκίνι. Σαράντα πέντε ετών κατά την αποφυλάκισή του, κατήγγειλε σε συνεντεύξεις και βιβλία προδότες και χαφιέδες, δείχνοντας –χωρίς πειστικά επιχειρήματα– ακόμα και αμετανόητους πρώην συντρόφους του όπως ο Κούρτσιο (σήμερα 83 ετών, ελεύθερος από το 1998) και ο Μορέτι (σήμερα 79 ετών, έγκλειστος, αλλά με καθημερινή άδεια ημερήσιας εξόδου για εργασία εκτός από τα σαββατοκύριακα).
Τα φαντάσματα της νιότης τα ξόρκισε, όσο μπόρεσε, με συστηματικό πολιτικό ακτιβισμό. Αφιερώθηκε στην κοινωνική ένταξη πρώην φυλακισμένων και παράτυπων μεταναστών, ως μέλος Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης στην περιοχή του Μιλάνου. Ετη φωτός μακριά από την «επαναστατική αλήθεια».
