Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πολύ μακριά από τον στόχο της Συμφωνίας του Παρισιού για το Κλίμα είναι η παγκόσμια κοινότητα, σύμφωνα με επιστημονική έρευνα που μετρά την υπερθέρμανση του πλανήτη. Η έρευνα επισημαίνει τον κίνδυνο Κίνα, Ρωσία και Καναδάς να προκαλέσουν με την πολιτική τους αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη κατά 5 βαθμούς Κελσίου μέχρι το τέλος του αιώνα με καταστροφικά αποτελέσματα για όλες τις μορφές ζωής.

Η επιστημονική μελέτη υπό τον καθηγητή Γιαν Ρομιού Ντι Πον, του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης, που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση Nature Communications, συγκρίνει την πολιτική για το κλίμα που ακολουθούν μια σειρά από χώρες και διαπιστώνει ότι στη συντριπτική τους πλειονότητα, αντί μειώνουν τους κινδύνους για το κλίμα, τους αυξάνουν.

Η Κίνα, η Ρωσία και ο Καναδάς, αναφέρεται στην έκθεση, ακολουθούν πολιτικές που μπορούν να αυξήσουν τη θερμοκρασία του πλανήτη κατά 5 βαθμούς Κελσίου, ενώ οι ΗΠΑ και η Αυστραλία κατά 4 βαθμούς. Ακόμη και η Ευρωπαϊκή Ένωση, που από πολλούς ηγέτης του αγώνα κατά της υπερθέρμανσης του πλανήτη, μπορεί ακόμη και να αυξήσει τη θερμοκρασία του πλανήτη κατά 3 βαθμούς, τιμή διπλάσια από τον 1,5 βαθμό που θεωρείται σχετικά ασφαλής.

Επίσης, επισημαίνει ότι αν και άλλες χώρες ακολουθήσουν αυτό το παράδειγμα, τότε δεν υπάρχει γυρισμός.

Τα μέχρι σήμερα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων για περιορισμό της αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη σε 1,5-2 βαθμούς Κελσίου, όπως αυτή συμφωνήθηκε με τη Συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα το 2015, δείχνουν ότι βρισκόμαστε πολύ μακριά από τον στόχο.

Η μόνη χώρα που φαίνεται ότι ακολουθεί πολιτική που φέρνει αποτελέσματα κοντά στον στόχο αυτό (λίγο πάνω από 2 βαθμούς Κελσίου) είναι η Ινδία. Γενικότερα, οι αναπτυσσόμενες χώρες μπορούν να πετύχουν περισσότερο θετικά αποτελέσματα, ακριβώς γιατί δεν είναι υπέρμετρα εκβιομηχανισμένες, έχουν λιγότερα εργοστάσια παραγωγής ενέργειας, λιγότερα αυτοκίνητα, συνεπώς εκπέμπουν λιγότερα αέρια θερμοκηπίου.

Οι χώρες που προκαλούν τη μεγαλύτερη εκπομπή αερίων του θερμοκηπίου είναι η Κίνα και άλλες χώρες που εξάγουν καύσιμα, όπως η Σαουδική Αραβία (πετρέλαιο), η Ρωσία (φυσικό αέριο) και ο Καναδάς, που εξορύσσει αργό πετρέλαιο από άμμο πίσσας.

Στις χώρες αυτές, τα ενεργειακά λόμπι είναι τόσο ισχυρά που οι εκκλήσεις για περιορισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου πέφτουν στο κενό.

Οι χώρες που βρίσκονται στην «κατηγορία» των 4 βαθμών, έχουν προσθέσει στην παραγωγή ενέργειας κάποιες μορφές ανανεώσιμων πηγών, βελτιώνουν κάπως την αγροτική παραγωγή με περισσότερες βιολογικές μεθόδους, αλλά ασφαλώς όλο αυτό δεν είναι επαρκές.

Στην Ευρώπη, από την άλλη, τα πράγματα είναι κάπως καλύτερα, διότι η μέτρηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου αρχίζει να μετράται -και να περιορίζεται- από το επίπεδο της παραγωγής και όχι μόνο σε επίπεδο τελικής κατανάλωσης.

Ωστόσο, σύμφωνα με τους συγγραφείς της έκθεσης και αυτές οι χώρες είναι μακριά από το να θεωρηθεί ότι δίνουν το καλό παράδειγμα.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Ντι Πον, «είναι εντυπωσιακό πόσο πίσω βρίσκονται ακόμη και οι χώρες που θεωρούνται ηγέτες όσον αφορά την προστασία του περιβάλλοντος».

Βέβαια, η έρευνα μπορεί να θεωρηθεί αμφιλεγόμενη, από την οπτική ότι η Συμφωνία του Παρισιού δεν πέτυχε ελάχιστη συναίνεση στο τι είναι το δίκαιο μερίδιο ευθύνης για την παραγωγή αερίων του θερμοκηπίου. Έτσι, κάθε κράτος ορίζει τους δικούς του στόχους, οι οποίοι επηρεάζονται από παράγοντες όπως η πολιτική βούληση των κυβερνήσεων, η δύναμη των λόμπι, το επίπεδο εκβιομηχάνισης, ο πληθυσμός, οι οικονομικές δυνατότητες κ.ά.

Άλλωστε στην έρευνα τονίζεται πως για να επιτευχθεί αύξηση της θερμοκρασίας κατά δύο βαθμούς, ο στόχος που πρέπει να τίθεται είναι οι1,4 βαθμοί.

Οι συγγραφείς της μελέτης ελπίζουν πάντως ότι τα αποτελέσματά της θα βοηθήσουν τα κράτη να συνεργαστούν και ότι δεν πρέπει να αποθαρρυνθούν.

Σύμφωνα με τον Ντι Πον, το θετικό συμπέρασμα από την έρευνα είναι «ότι έχουν τρόπο να μετρήσουμε τα αποτελέσματα της ακολουθούμενη πολιτικής. Συνεπώς, η κοινωνία των πολιτών, οι ειδικοί, μπορούν να πιέσουν τις κυβερνήσεις τους να λογοδοτούν για την ασκούμενη πολιτική και άρα να πιέσουν για ποιο αποτελεσματικά μέτρα».