Εκτενές ρεπορτάζ για τo αγκάθι των κόκκινων δανείων στην οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας πραγματοποίησε το Reuters.
Το διεθνές πρακτορείο ειδήσεων αναφέρεται στον αποκλεισμό που υφίστανται χιλιάδες πολίτες από τον τραπεζικό δανεισμό λόγω των παλαιών χρεών τους, στους αργούς ρυθμούς διευθέτησης των δικαστικών υποθέσεων που αφορούν τα εν λόγω δάνεια, οι οποίες εκτιμώνται -βάσει τις πηγές του Reuters- ότι δεν θα ολοκληρωθούν σε λιγότερο από πέντε χρόνια.
Πιο αναλυτικά το Reuters αναφέρει ότι όταν ξέσπασε η κρίση χρέους στην Ελλάδα το 2009, ο Γιώργος, ιδιοκτήτης ενός κοσμηματοπωλείου έξω από την Αθήνα, βρέθηκε να επιβαρύνεται με ένα νέο δάνειο ύψους 100.000 ευρώ, τη στιγμή που ο κύκλος εργασιών της επιχείρησής του κατέρρεε.
Καθώς το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα κατέρρεε, το δάνειο μεταβιβάστηκε από τράπεζα σε τράπεζα, μέχρι που κατέληξε σε εταιρεία διαχείρισης πιστώσεων, η οποία αρνήθηκε το αίτημά του να το αποπληρώνει με πιο προσιτές δόσεις. Η διαφορά οδηγήθηκε στα δικαστήρια, όπου παραμένει μέχρι σήμερα, εγκλωβισμένη σε ένα δικαστικό σύστημα που έχει κατακλυστεί από εκατοντάδες χιλιάδες παρόμοιες υποθέσεις.
Ενώ περιμένει την έκβαση της υπόθεσής του, το χρέος του Γιώργου έχει διπλασιαστεί λόγω των απλήρωτων τόκων.
«Έχω μια θηλιά στον λαιμό μου εδώ και 16 χρόνια. Είμαι παγιδευμένος», δήλωσε ο Γιώργος, ο οποίος ζήτησε από το Reuters να μη χρησιμοποιήσει το πλήρες όνομά του, φοβούμενος ότι αυτό θα μπορούσε να περιπλέξει περαιτέρω την κατάστασή του. «Δεν μπορώ να πάρω νέο δάνειο για να εξοφλήσω το παλιό, να επενδύσω στην επιχείρησή μου ή ακόμη και να αποκτήσω πιστωτική κάρτα.»
Πολλές μικρές επιχειρήσεις αποκλείονται από την τραπεζική χρηματοδότηση
Η Ελλάδα έχει ανακάμψει από την κρίση τα τελευταία χρόνια και πλέον ο ρυθμός ανάπτυξής της υπερβαίνει τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ωστόσο, ένα τεράστιο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων, όπως αυτό του Γιώργου, εμποδίζει αθόρυβα την πλήρη ανάκαμψη, καθώς όσοι θα ήθελαν να αγοράσουν κατοικία ή να επενδύσουν στις επιχειρήσεις τους δεν μπορούν να δανειστούν ξανά μέχρι να τακτοποιηθούν τα παλιά τους δάνεια -κάτι που μπορεί να απαιτήσει πολλά χρόνια, σύμφωνα με οκτώ δανειολήπτες και έξι κυβερνητικούς αξιωματούχους και ειδικούς.
Ως αποτέλεσμα, 1,5 εκατομμύριο πολίτες, σχεδόν το ένα τέταρτο του ενήλικου πληθυσμού, εξακολουθούν να βρίσκονται εκτός τραπεζικού συστήματος. Σχεδόν οι μισοί από αυτούς είναι μικροί επιχειρηματίες, σύμφωνα με στοιχεία της κυβέρνησης και των εταιρειών διαχείρισης δανείων.
Περίπου 75 δισεκατομμύρια ευρώ -σχεδόν το ένα τρίτο του ελληνικού ΑΕΠ- παραμένουν δεσμευμένα λόγω δικαστικών διαφορών ή καθυστερήσεων στους διακανονισμούς από τις εταιρείες διαχείρισης.
«Μια οικονομία δεν μπορεί να αναπτυχθεί με βιώσιμο τρόπο όταν ένα τόσο μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν έχει πρόσβαση σε χρηματοδότηση, επενδυτικά εργαλεία, επιχειρηματικά δάνεια ή πιστωτικές κάρτες», δήλωσε η δικηγόρος Νανά Παπαδογεωργάκη, η οποία εκπροσωπεί δεκάδες μικρομεσαίους επιχειρηματίες.
Το υπουργείο Δικαιοσύνης δήλωσε στο Reuters ότι η πρόσφατη μεταρρύθμιση του Αστικού Κώδικα και η πρόσληψη 1.000 επιπλέον δικαστών έχουν μειώσει σημαντικά τους χρόνους εκδίκασης. Σύμφωνα με το υπουργείο, οι υποθέσεις χρειάζονται πλέον κατά μέσο όρο 315 ημέρες για να ολοκληρωθούν, έναντι 1.200 ημερών πριν από δύο χρόνια. Επίσης, εκτιμά ότι τα εκκρεμή αυτά δάνεια θα έχουν διευθετηθεί έως το 2028.
Ωστόσο, οι αξιωματούχοι και οι ειδικοί εκτιμούν ότι θα χρειαστούν τουλάχιστον πέντε ακόμη χρόνια μέχρι οι εταιρείες διαχείρισης να ολοκληρώσουν τους διακανονισμούς.
«Εξακολουθούν να υπάρχουν τεράστιες καθυστερήσεις -όχι 700 ημέρες αλλά πολύ περισσότερες. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να φτάσουν ακόμη και τις 1.000 ημέρες», δήλωσε η Παπαδογεωργάκη. «Υπάρχουν υποθέσεις που θα εξεταστούν από τα δικαστήρια το 2035.»
Πώς τα δάνεια εγκλωβίστηκαν στα δικαστήρια
Το 2015, η Ελλάδα, υπό την πίεση των διεθνών δανειστών, δημιούργησε το νομικό πλαίσιο που επέτρεψε στις τράπεζες να μεταβιβάσουν πάνω από το 90% των μη εξυπηρετούμενων δανείων τους -συνολικής αξίας περίπου 110 δισεκατομμυρίων ευρώ- σε εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (γνωστά και ως funds).
Ωστόσο, η αγορά των «κόκκινων» δανείων δεν άρχισε να λειτουργεί ουσιαστικά παρά μόνο πέντε χρόνια αργότερα, εν μέρει λόγω διοικητικών καθυστερήσεων. Οι εταιρείες που αναλαμβάνουν την αναδιάρθρωση των δανείων και τη ρευστοποίηση των ακινήτων που έχουν δοθεί ως εξασφαλίσεις βρέθηκαν στο επίκεντρο της κοινωνικής δυσαρέσκειας κατά την περίοδο της λιτότητας.
Η συντριπτική πλειονότητα των δανειοληπτών είχε θέσει ως εξασφάλιση ακίνητη περιουσία, κυρίως την πρώτη κατοικία τους, η οποία προστατευόταν από τη νομοθεσία. Αντιμέτωποι με τον κίνδυνο να χάσουν τα σπίτια τους, πολλοί προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη.
«Αυτό αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για τη γρήγορη διευθέτηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων», δήλωσε η Θεώνη Αλαμπάση, γενική γραμματέας Ιδιωτικού Χρέους του Υπουργείου Οικονομικών.
Διεθνείς οργανισμοί όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) και η Ευρωπαϊκή Ένωση, που στήριξαν οικονομικά την Ελλάδα κατά τη διάρκεια της κρίσης, έχουν επανειλημμένα επικρίνει τη χώρα για τις καθυστερήσεις. Σε συνέντευξή του τον Μάρτιο, αξιωματούχος του ΔΝΤ δήλωσε ότι απαιτούνται περαιτέρω μεταρρυθμίσεις.
Οι εταιρείες διαχείρισης, από την πλευρά τους, υποστηρίζουν ότι υπεύθυνο είναι το ίδιο το σύστημα.
«Όταν η δραστηριότητα των εταιρειών διαχείρισης εξαρτάται σε τόσο μεγάλο βαθμό από τις δικαστικές διαδικασίες και όταν οι δικαστικές αποφάσεις είναι συχνά ασυνεπείς ή αντικρουόμενες, το αποτέλεσμα επηρεάζεται σημαντικά», ανέφερε στο Reuters η Ελληνική Ένωση Εταιρειών Διαχείρισης Απαιτήσεων, στην οποία συμμετέχουν εταιρείες όπως η DoValue και η Intrum.
Στο μεταξύ, οι επιχειρηματίες συνεχίζουν να δίνουν μάχη για την επιβίωσή τους.
«Θα πεθάνουμε χωρίς να έχουμε καταφέρει ποτέ να αποπληρώσουμε τα χρέη μας», δήλωσε ιδιοκτήτης μικρού ξενοδοχείου στην Κρήτη, ο οποίος είχε λάβει στις αρχές της δεκαετίας του 2000 δάνειο ύψους περίπου 1,2 εκατομμυρίων ευρώ.
«Η εταιρεία διαχείρισης μάς ζητά να πληρώσουμε 2 εκατομμύρια ευρώ μέσα στα επόμενα δύο χρόνια. Δεν μπορούμε ούτε καν να αντικαταστήσουμε ένα παλιό κλιματιστικό.»
