Η χαμηλών προσδοκιών σημερινή σύνοδος κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η διαμάχη της Ρωσικής Εκκλησίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, οι καταστροφικές συνέπειες μιας μη συμφωνίας για το brexit, το νέο κυβερνητικό σχήμα στη Γαλλία καθώς και οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για την Σαουδική Αραβία, αναφορικά με την δολοφονία του δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι, αποτελούν ορισμένες από τις κυριότερες ειδήσεις της ημέρας που συναντάμε στα πρωτοσέλιδα του διεθνούς τύπου.
Στη Βρετανία, η Daily Telegraph γράφει στο πρωτοσέλιδό της : «Ο Χάμοντ προειδοποιεί για λογαριασμό 36 δισεκατομμυρίων λιρών σε περίπτωση μη συμφωνίας» και στο σχετικό ρεπορτάζ η εφημερίδα επισημαίνει ότι ο υπουργός Οικονομικών Φίλιπ Χάμοντ τόνισε, ότι εάν το Λονδίνο αποτύχει να καταλήξει σε συμφωνία με τις Βρυξέλλες, θα πρέπει να καταβάλλει στην Ε.Ε. το ποσό των 36 δισεκατομμυρίων λιρών. Οι δηλώσεις Χάμοντ έγιναν μετά την ανακοίνωση των Βρυξελλών ότι το σενάριο μιας μη συμφωνίας είναι πλέον «περισσότερο πιθανό από ποτέ». Οι Times από την πλευρά τους έχουν πρωτοσέλιδο τίτλο : «Παγκόσμια λίστα με τους δράστες σεξουαλικής κακοποίησης που εργάζονται σε φιλανθρωπικές οργανώσεις» με το κύριο άρθρο να τονίζει ότι η Βρετανία θα πρωτοπορήσει παγκοσμίως ανακοινώνοντας από αύριο, την έναρξη της καταγραφής σε βάση δεδομένων, υπόπτων για σεξουαλική κακοποίηση που εργάζονται στον τομέα της παροχής βοήθειας, μετά και την δημοσίευση από την εφημερίδα στοιχείων που αποκάλυψαν τους βιασμούς ανήλικων από μέλη της ΜΚΟ Oxfam στην Αϊτή.

Στη Γαλλία, η Le Monde γράφει στον τίτλο της : «Οι νέες ισορροπίες της κυβέρνησης» και στο σχετικό ρεπορτάζ υπογραμμίζει, μεταξύ άλλων, ότι δυο εβδομάδες μετά την παραίτηση του υπουργού Εσωτερικών Ζεράρ Κολόμπ ο Μακρόν ανακοίνωσε τη σύνθεση της νέας κυβέρνησης, στην οποία το υπουργείο Εσωτερικών και τη θέση του Κολόμπ αναλαμβάνει ο φανατικός «μακρονιστής» Κριστόφ Καστανέ.
Η La Croix από την πλευρά της έχει τίτλο : «Ορθοδοξία, το σχίσμα» και μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι η διακοπή των σχέσεων του Πατριαρχείου της Μόσχας με αυτό της Κωνσταντινούπολης προκάλεσε σχίσμα στον ορθόδοξο κόσμο.

Το ίδιο θέμα απασχολεί και αρκετές γερμανικές εφημερίδες. Έτσι με τίτλο «Ρήξη με την Κωνσταντινούπολη» η εφημερίδα Tageszeitung επισημαίνει: «Το βράδυ της Δευτέρας σε μια σύνοδο στο Μινσκ η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία αποφάσισε την οριστική ρήξη με το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Το επόμενο πρωί οι πιστοί της Ρωσίας ενημερώθηκαν ήδη ποιες εκκλησίες είναι προτιμότερο να αποφεύγουν. Σύμφωνα με τη Ρωσική Εκκλησία, όποιος δεν ακολουθήσει τις οδηγίες θα τιμωρείται».
Για το ίδιο θέμα και με τίτλο «Μάχη εξουσίας των πατριαρχών» η εφημερίδα Süddeutsche Zeitungαπό το Μόναχο γράφει: «Εξαιτίας της διαμάχης για την Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ουκρανία, έχει ξεσπάσει μια μάχη εξουσίας μεταξύ Μόσχας και Κωνσταντινούπολης που θα μπορούσε να οδηγήσει σε σχίσμα».
Η εφημερίδα αναδεικνύει και την πολιτική διάσταση του θέματος: «Το γεγονός ότι ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως στηρίζει την ανεξαρτησία της Ουκρανικής Εκκλησίας από τη Ρωσική βολεύει τον ουκρανό πρόεδρο Πέτρο Ποροσένκο. Πέντε μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές ο ουκρανός πρόεδρος φαίνεται να χάνει έδαφος στις δημοσκοπήσεις. Μια επιτυχία στο δρόμο προς μια αναγνωρισμένη Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία θα μπορούσε να του χρησιμεύσει στον προεκλογικό αγώνα». Στο θέμα αναφέρεται και η εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung με τίτλο : «Απαγορεύεται η προσευχή».
«Εν μέσω της διαμάχης της με το πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία απαγόρευσε στους πιστούς της να παρακολουθούν τη λειτουργία των εκκλησιών που ανήκουν στο Πατριαρχείο». Η ανταποκρίτρια της εφημερίδας στη Μόσχα εκτιμά ότι στη διαμάχη αυτή η Ρωσική Εκκλησία βρίσκεται σε δυσμενή θέση: «Τώρα η Μόσχα θα πρέπει να αγωνιστεί για να κερδίσει πιστούς και πνευματικούς στην Ουκρανία. Στη διαδικασία της δημιουργίας μιας αυτοκέφαλης εκκλησίας προβλέπεται να αποφασίζει η κάθε ενορία μόνη της εάν θέλει να ανήκει σε μια νέα, ανεξάρτητη Ουκρανική Εκκλησία ή να παραμείνει υπό την επιρροή της Μόσχας».

Στις ΗΠΑ τέλος, η Washington Post γράφει στο πρωτοσέλιδό της : «Οι Σαουδάραβες κρίθηκαν βιαστικά συμπεράνει ο Τράμπ» και στο σχετικό ρεπορτάζ τονίζει ότι ο αμερικανός πρόεδρος εξέφρασε μια ισχνή υποστήριξη προς τη Σαουδική Αραβία, δηλώνοντας ότι το Βασίλειο θα θεωρηθεί ένοχο για την δολοφονία του δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι μέχρι να αποδείξει ότι είναι αθώο. Επιπροσθέτως, επιχείρησε να συγκρίνει την ασάφεια των κατηγοριών σε βάρος της Σαουδικής Αραβίας, με αυτές που είχαν διατυπωθεί εναντίον του δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας Μπρέτ Κάβανο.
