Οι νεότερες εξελίξεις που αφορούν στην σημαντική χρονική παράταση για την πλήρη εφαρμογή του brexit, η απόπειρα του γάλλου προέδρου Μακρόν να τα «ξαναβρεί» με το στρατό μετά την προχθεσινή παραίτηση του αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων, λόγω περικοπών των κονδυλίων για την Άμυνα στον προϋπολογισμό, η επικείμενη απελευθέρωση του O.J. Simpson από τη φυλακή μετά από 10 χρόνια και η κριτική μερίδας του γερμανικού τύπου για τη στάση του ΔΝΤ απέναντι στο ελληνικό ζήτημα, αποτελούν ορισμένες από τις σημαντικότερες ειδήσεις του σημερινού διεθνούς τύπου.
Στις ΗΠΑ η Washington Post γράφει στο κεντρικό της άρθρο με τίτλο : «Οι δικηγόροι του Τραμπ ερευνούν τρόπους για να υποσκελίσουν της έρευνα για τη Ρωσία». Ειδικότερα αναφέρει ότι οι νομικοί σύμβουλοι του αμερικανού προέδρου πιστεύουν ότι ο ειδικός σύμβουλος Ρόμπερτ Μιούλερ που εξετάζει το όλο θέμα βρίσκεται σε σύγκρουση συμφερόντων και βάσει αυτής της θέσης θα προσπαθήσουν να διακόψουν την επίμαχη έρευνα, καθώς εάν αποδείξουν την σύγκρουση συμφερόντων, τότε θα δώσουν το δικαίωμα στο γενικό εισαγγελέα να απομακρύνει τον πρώην επικεφαλής του FBI από την έρευνα. Στο έτερο πρωτοσέλιδο θέμα της η εφημερίδα γράφει ότι σύντομα και πιθανότατα το φθινόπωρο ο 70χρονος πλέον O.J. Simpson ο οποίος φυλακίστηκε το 2007 για απαγωγή και ένοπλη ληστεία θα αφεθεί ελεύθερος το φθινόπωρο.

Στη Βρετανία, ο Guardian γράφει στον πρωτοσέλιδο τίτλο του : «Η ελεύθερη κίνηση των πολιτών μπορεί να διατηρηθεί μέχρι το 2023 λένε οι υπουργοί» και στον κύριο άρθρο τονίζει, μεταξύ άλλων, ότι το υπουργικό συμβούλιο αποδέχθηκε την ελεύθερη κίνηση ατόμων για ακόμη τέσσερα χρόνια μετά την αποχώρηση της Βρετανίας από την Ε.Ε. ως τμήμα της συνολικής συμφωνίας για brexit, σύμφωνα με υψηλά ιστάμενη κυβερνητική πηγή. Προσθέτει δε ότι οι κυβερνητικοί υπέρμαχοι ενός ήπιου brexit δηλώνουν ανακουφισμένοι από τον συμβιβασμό που επιτεύχθηκε για την παράταση της κίνησης ατόμων έως το 2023. Τονίζει ωστόσο ότι ο επίτροπος Μισέλ Μπαρνιέ είπε πως η Βρετανία πρέπει να καταστήσει ακόμη σαφέστερες τις θέσεις της απέναντι στο ζήτημα της εξόδου της από την Ε.Ε.

Σε πολύ πιο σκληρό ύφος η σκοτσέζικη The Herald έχει τίτλο : «Η βρετανική ομάδα του brexit «παντελώς ανέτοιμη στα θέματα κλειδιά» με τον σχετικό ρεπορτάζ να επισημαίνει ότι οι βρετανοί διαπραγματευτές κατηγορούνται ότι παρουσιάστηκαν παντελώς ανέτοιμοι, με τις Βρυξέλλες να σχολιάζουν ότι απλώς δεν κατανοούν τις βρετανικές θέσεις, ενώ κάνει αναφορά και στην παρότρυνση Μπαρνιέ να επανέλθουν στις διαπραγματεύσεις με πιο ξεκάθαρες θέσεις.

Στη Γαλλία, όπου η προχθεσινή παραίτηση του αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων στρατηγού ντε Βιλιέ έχει πλήξει τον πρόεδρο Μακρόν η Le Figaro διερωτάται στον πρωτοσέλιδό τίτλο της : «Μακρόν : το τέλος της περιόδου χάριτος ;» και στο κύριο άρθρο τονίζει ότι μετά τις παλινδρομήσεις που αφορούν στη φορολογία, το ψυχόδραμα του ντε Βιλιέ αμαυρώνει την εικόνα του αρχηγού του κράτους. Η Le Monde από την πλευρά της γράφει για το ίδιο θέμα ότι «Μετά την κρίση ο Μακρόν θέλει να κολακέψει τον στρατό» και για το λόγο αυτό υποσχέθηκε χθες ότι το 2018 θα αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες του προϋπολογισμού στο υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας 15ετίας. Στον έτερο πρωτοσέλιδο τίτλο της η εφημερίδα γράφει : « Η Κομισιόν απειλεί την Πολωνία με εξορία από την Ευρωπαϊκή Ένωση» και στο σχετικό ρεπορτάζ υπογραμμίζει την απειλή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ενεργοποίηση του άρθρου 7 της συνθήκης της Ε.Ε. το οποίο της στερεί το δικαίωμα ψήφου στο Συμβούλιο, με αφορμή την επικείμενη δικαστική μεταρρύθμιση στην οποία θέλει να προχωρήσει η πολωνική κυβέρνηση.
Στη Γερμανία, η Suddeutche Zeitung ασκεί κριτική στη στάση που τηρεί το ΔΝΤ στο ζήτημα της Ελλάδας και επικρίνει την επιμονή του ΔΝΤ σε ελάφρυνση των όρων του ελληνικού προγράμματος δανεισμού, με κεντρικό αίτημα την ευρεία αναδιάρθρωση του χρέους προκειμένου αυτό να καταστεί βιώσιμο. Όπως παρατηρεί το σχόλιο, το αίτημα του διεθνούς οργανισμού προς τους ευρωπαίους πιστωτές της Ελλάδας να προβούν σε απομείωση του ελληνικού χρέους μπορεί να είναι «καλή ιδέα». Ωστόσο, όπως σημειώνει η SZ, «το ΔΝΤ δεν θέλει να πληρώσει τίποτα και αυτό το καθιστά κάπως αναξιόπιστο».
Η σχολιογράφος αναφέρεται στην πολύ σκληρή στάση που είχε επιδείξει το ΔΝΤ τη δεκαετία του 1990 στις περιπτώσεις της Ταϊλάνδης και της Ινδονησίας με την επιβολή εξαιρετικά σκληρών μέτρων λιτότητας. Όπως επισημαίνει η ίδια, «στην περίπτωση της Ελλάδας όμως δεν είναι το ΔΝΤ αυτό που επιβάλλει το καθεστώς λιτότητας, αλλά η ΕΕ υπό την καθοδήγηση της Γερμανίας. Αριστεροί αλλά και συντηρητικοί επικαλούνται αυτό το διάστημα το ΔΝΤ όταν λένε ‘δώστε στους Έλληνες περιθώριο να ζήσουν και να αναπνεύσουν’. Το ΔΝΤ είναι της άποψης ότι ο συνδυασμός επιβεβλημένης λιτότητας και πολύ περιορισμένης ανάπτυξης κρατά τη χώρα φυλακισμένη σε έναν φαύλο κύκλο. Τι συνέβη όμως, γιατί το ΔΝΤ εμφανίζεται ξαφνικά τόσο φιλάνθρωπο ( ωστόσο χωρίς να θέλει να πληρώσει);», διερωτάται. Επικαλούμενη το ίδιο το ΔΝΤ, η σχολιογράφος κάνει λόγο για αλλαγή προσανατολισμού του Ταμείου και στροφή στη σημερινή τάση του νέο-κεϋνσιανισμού, επειδή, όπως σημειώνεται, «ο εδώ και δεκαετίες κυρίαρχος νεοφιλελευθερισμός δεν απέφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα». Η SZ σχολιάζει ακόμη ότι ο Κλάους Ρέγκλινγκ, επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, είχε εργαστεί επί σειρά ετών στο ΔΝΤ. Σήμερα, από τη νέα του θέση, δεν εγκρίνει τα όσα ακούει από τον παλιό του εργοδότη, παρατηρεί το σχόλιο και προσθέτει: «Θεωρεί λάθος το αίτημα του ΔΝΤ για απομείωση χρέους για την Ελλάδα. Πιστεύει ότι τα οικονομικά στοιχεία της χώρας έχουν βελτιωθεί αισθητά».
