Την ίδια στιγμή που οι μάχες στη Μοσούλη και τη Ράκα, τα δύο τελευταία μεγάλα «οχυρά» του «Ισλαμικού κράτους» σε Ιράκ και Συρία, πλησιάζουν στο τέλος τους, η υποβόσκουσα ψυχροπολεμική αντιπαράθεση ανάμεσα στη Ρωσία και την Αμερική –τους δύο ισχυρότερους «σπόνσορες» του εξαετούς πολέμου– γίνεται μέρα με τη μέρα όλο και… θερμότερη, απειλώντας με γενική ανάφλεξη ολόκληρη την περιοχή και σπρώχνοντας και τους μικρότερους «παίκτες» –όπως είναι η Τουρκία, το Ιράν, τα αυταρχικά καθεστώτα του Κόλπου και φυσικά οι Κούρδοι– να διεκδικήσουν εδαφικά αλλά και γεωπολιτικά/οικονομικά μερίδια της προσφερόμενης «λείας».
Στη Μοσούλη, τη μεγαλούπολη του βόρειου Ιράκ από την οποία σύμφωνα με τον ΟΗΕ έχουν διαφύγει για να σωθούν περισσότεροι από 800.000 πρόσφυγες, ο ιρακινός στρατός ανακοίνωσε ότι κατέλαβε το κατεστραμμένο τέμενος αλ Νούρι στην Παλιά Πόλη της Μοσούλης, από το οποίο το «Ισλαμικό κράτος» κήρυξε την ίδρυση του «Χαλιφάτου» του πριν από τρία χρόνια.
Ο πρωθυπουργός του Ιράκ, Χάιντερ αλ Αμπάντι, έσπευσε να δηλώσει πως «ήρθε το τέλος του ψεύτικου Χαλιφάτου», ενώ η κρατική τηλεόραση έδειξε επίλεκτους στρατιώτες να πανηγυρίζουν ανάμεσα στα ερείπια του 850 ετών τεμένους.
Πράγματι, οι λιγοστοί μαχητές του «Ι.Κ.» που παραμένουν στη Μοσούλη έχουν πλέον περικυκλωθεί σε μερικές συνοικίες της Παλιάς Πόλης και όλα δείχνουν ότι η οριστική ανακατάληψη της πόλης είναι ζήτημα μερικών 24ώρων.
Ομως οι Κούρδοι του αυτόνομου βόρειου Ιράκ έχουν ήδη προκηρύξει δημοψήφισμα για την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας τους τον ερχόμενο Σεπτέμβρη, μια κίνηση που η Βαγδάτη θεωρεί απόπειρα διάλυσης του ιρακινού κράτους και «αιτία πολέμου» με τους Κούρδους πεσμεργκά.
Στη Ράκα, οι υποστηριζόμενοι από τις ΗΠΑ Κούρδοι και Αραβες αντάρτες των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF) απέκοψαν τον τελευταίο αυτοκινητόδρομο που συνέδεε την πόλη με τις υπόλοιπες κτήσεις του «Χαλιφάτου» στη Συρία και περικύκλωσαν τις νότιες συνοικίες της, σφίγγοντας κι άλλο τον κλοιό γύρω από την ήδη μισο-ισοπεδωμένη από τους βομβαρδισμούς άτυπη πρωτεύουσα του «Ι.Κ.».
Αμερικανός αξιωματούχος χαρακτήρισε «στρατηγικής σημασίας» την ταχύτατη προέλαση των Κούρδων.
Ομως η κουρδική ηγεσία ανησυχεί για την πιθανότητα επίθεσης στα μετόπισθεν από τους Τούρκους, που έχουν κυριολεκτικά εξαγριωθεί από τα εδαφικά κέρδη των «τρομοκρατών» της πολιτοφυλακής YPG, η οποία αποτελεί την αιχμή του δόρατος των SDF.
Ο «λάθος δρόμος»
Σύμφωνα με δηλώσεις του ανώτερου αξιωματούχου των SDF, Νάσερ Χατζ Μανσούρ, στο Reuters, οι επικεφαλής των SDF θεωρούν πως υπάρχει «μεγάλη πιθανότητα να εκδηλωθεί μια ανοικτή, σφοδρή σύγκρουση» με τον τουρκικό στρατό στη βορειοδυτική Συρία, η οποία θα υπονόμευε την επίθεση εναντίον του «Ισλαμικού κράτους» στη Ράκα.
Ο Μανσούρ τόνισε ότι τα τελευταία 24ωρα η Τουρκία ανέπτυξε ισχυρές χερσαίες δυνάμεις στην περιοχή, πιθανόν προετοιμαζόμενη για μια επίθεση στην επαρχία Αφρίν, όπου ζουν κυρίως Κούρδοι.
Και συμπλήρωσε ότι η οργάνωσή του έλαβε την απόφαση να συγκρουστεί με τις τουρκικές δυνάμεις, «αν αυτές προσπαθήσουν να περάσουν πέραν των γνωστών γραμμών» στις περιοχές κοντά στο Χαλέπι, όπου οι δύο πλευρές αντάλλαξαν προχθές πυρά πυροβολικού νότια της Αζάζ.
Οσο για την… απασφαλισμένη Αγκυρα, «απάντησε» στους Κούρδους διά του αντιπροέδρου της, Νουμάν Κουρτουλμούς, που τόνισε ότι θα προχωρήσει σε «αντίμετρα» σε περίπτωση νέας ανταλλαγής πυρών και ότι «δεν θα παραμείνει απαθής» ενώπιον των «αντιτουρκικών ενεργειών από τρομοκρατικές οργανώσεις του εξωτερικού»…
Πραγματικός στόχος του Κουρτουλμούς ήταν όμως και πάλι οι σπόνσορες των Κούρδων, οι ΗΠΑ: όπως τόνισε, οι Αμερικανοί αξιωματούχοι «σύντομα θα αντιληφθούν ότι ο εξοπλισμός των τρομοκρατών ήταν ο λάθος δρόμος».
Ας επιστρέψουμε όμως στην κλιμακούμενη ρωσο-αμερικανική διένεξη. Χτες, η ρωσική κυβέρνηση εξαπέλυσε ολομέτωπη –ευτυχώς… φραστική για την ώρα– επίθεση εναντίον της Ουάσινγκτον, κατηγορώντας ανοιχτά τους Αμερικανούς ότι προετοιμάζουν στρατιωτική επέμβαση στη Συρία για να σταματήσουν την προέλαση των δυνάμεων του Ασαντ.
Οπως είπε η εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών Μαρία Ζαχάροβα, η πρόσφατη ανακοίνωση της Ουάσινγκτον πως η Δαμασκός ετοιμάζει νέα επίθεση με χημικά όπλα κατά αμάχων δεν στρέφεται μόνο εναντίον της συριακής κυβέρνησης, αλλά και εναντίον της Ρωσίας.
Παράλληλα, χαρακτήρισε τις κατηγορίες και τις απειλές αυτές «απολύτως κυνικές» και κατήγγειλε ανοιχτά τόσο τα πλήγματα των ΗΠΑ κατά συριακών κυβερνητικών στόχων (την πυραυλική επίθεση στη βάση Σεϊράτ, τον «κατά λάθος» βομβαρδισμό κυβερνητικών δυνάμεων στο Ντέιρ Ελ Ζορ και την πρόσφατη κατάρριψη συριακού βομβαρδιστικού) όσο και τους μαζικούς θανάτους αμάχων στη Ράκα και άλλες πόλεις από βομβαρδισμούς των δυνάμεων της διεθνούς συμμαχίας.
Επικαλούμενη μάλιστα τηλεγράφημα του Γαλλικού Πρακτορείου, η Ζαχάροβα επισήμανε ότι μόνο την περίοδο του Ραμαζανιού σκοτώθηκαν από συμμαχικές βόμβες «500 άνθρωποι που δεν είχαν καμία σχέση με τους τρομοκράτες».
Περιέργως, αντίστοιχες ανησυχίες για τα πολεμικά σχέδια της κυβέρνησης Τραμπ στη Συρία και αλλού φαίνεται ότι μοιράζονται και οι Αμερικανοί βουλευτές, περιλαμβανομένων και των Ρεπουμπλικανών.
Το «ειδικό καθεστώς»
Χτες, σε μια πρωτοφανή ψηφοφορία, η αρμόδια επιτροπή της Βουλής των Αντιπροσώπων αιφνιδίασε τους πάντες υπερψηφίζοντας πρόταση για να συζητηθεί στην Ολομέλεια η άρση του «ειδικού καθεστώτος» που ισχύει μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και ουσιαστικά επιτρέπει στον εκάστοτε πρόεδρο των ΗΠΑ να εξαπολύει μεγάλης κλίμακας πολεμικές ενέργειες χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου.
Την πρόταση για την ιστορική, αν βεβαίως ψηφιστεί από την Ολομέλεια, αλλαγή έκανε η εκπρόσωπος της Καλιφόρνιας, Μπάρμπαρα Λι, που επικρίνει εδώ και πολλά χρόνια αυτό που αποκαλεί endless war, «πόλεμο χωρίς τέλος».
Είχε προηγηθεί βέβαια η (σχεδόν ομόφωνη, με ψήφους 60 υπέρ – 1 κατά) έγκριση από άλλη επιτροπή της Βουλής του νέου, σημαντικά αυξημένου αμυντικού προϋπολογισμού για το 2018, που έφτασε πλέον τα 696 δισεκατομμύρια δολάρια, εκπληρώνοντας με το παραπάνω τη σχετική προεκλογική υπόσχεση του φιλοπόλεμου Τραμπ και αυξάνοντας κατά δεκάδες δισ. τα κονδύλια για νέες παραγγελίες μαχητικών αεροπλάνων τύπου F-35 Joint Strike Fighter, πολεμικών πλοίων κ.ά., αφού ο Τραμπ είχε αρχικά ζητήσει «μόλις» 608 δισεκατομμύρια…
