Πριν από 13 χρόνια ξεκίνησε η κυκλοφορία μιας, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, επικής σειράς κόμικς: The Walking Dead (στα ελληνικά κυκλοφορεί από την Jemma Press).

Οι Robert Kirkman (σενάριο) και Tony Moore (σχέδια) χρησιμοποίησαν μια κλασική μυθολογία τρόμου, αυτή των ζωντανών-νεκρών, για να στήσουν μια φαντασμαγορική και αιματοβαμμένη, μελοδραματική σαπουνόπερα. Σύντομα προστέθηκε και ο Charlie Adlard στο δημιουργικό team, η σειρά εμπλουτίστηκε σε πρόσωπα και ακολούθησε η version της μικρής οθόνης το 2010.

Μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει περισσότερα από 150 τεύχη, η τηλεοπτική σειρά συμπλήρωσε έξι σεζόν, ενώ το 2015 ξεκίνησε η προβολή του spin-off με τίτλο Fear the Walking Dead που βρίσκεται ήδη στη δεύτερη σεζόν. Το «χρυσωρυχείο» The Walking Dead οφείλει εν πολλοίς την επιτυχία του στον ανθρώπινο παράγοντα. Κυριολεκτικά. Επικεντρώνεται στους ανθρώπους και πρωτίστως στην προϊούσα αποκτήνωσή τους.

Οι εύθραυστες σχέσεις τους, οι μικρο-κοινωνίες που δημιουργούν, οι εξ ανάγκης και ατύπως θεσπισμένες κοινότητές τους, σε έναν κόσμο γεμάτο ανθρωποφάγα ζόμπι, τελούν υπό διαρκή απειλή, όχι τόσο λόγω των αιμοδιψών και πεινασμένων σαρκοβόρων απέθαντων που σέρνουν τα σαρκία τους μουγκρίζοντας και γρυλίζοντας –αυτοί είναι εύκολα αντιμετωπίσιμοι– αλλά λόγω του ανταγωνισμού, της εξουσιολαγνείας, του εγωισμού και, λιγότερο, της υλικής σπάνης. Γιατί είναι κοινότητες ηγετοκεντρικές, σχεδόν μοναρχικές, αναθέτουν στον εκάστοτε εκλεκτό τη διακυβέρνησή τους άνευ όρων και δεν επιδιώκουν μια εξισωτική, στη βάση του κοινού κινδύνου, δικαιοσύνη αλλά την επιβολή του ισχυρού. Μαζοχιστικά. Και αναποτελεσματικά.

Στη μελέτη Super Graphic του Tim Leong αποδεικνύεται και αποδίδεται με πανέξυπνα και εύστοχα στατιστικά στοιχεία ότι οι νεκροί από ανθρώπινο χέρι στη σειρά είναι πολύ περισσότεροι από όσους πέφτουν θύματα των ζόμπι. Στο εξώφυλλο του πρώτου τεύχους, άλλωστε, ο συμβολισμός ήταν προφανής: τα ζόμπι είναι μόνο αντανακλάσεις σε μια σπασμένη βιτρίνα που φιλοξενεί ακρωτηριασμένες κούκλες.

Στη μέση, στη στενή νησίδα που αντιπροσωπεύει τη ζωή και περιβάλλεται από το διαστρεβλωμένο τέλος της από τη μια και από την γκροτέσκα και ματαιόδοξη απομίμησή της από την άλλη, ο παρανοϊκός μπάτσος που γεμίζει το όπλο του. Για να το στρέψει επαναληπτικά, βασανιστικά, κυνικά, στην αρχή με τύψεις που σταδιακά θα ατονούν, εναντίον των ομοίων του.