Ο Μίλο Μανάρα, του οποίου η έκθεση «Μανάρα και Φελίνι: Ονειρο και Σχέδιο» συνεχίζεται στο Ιταλικό Ινστιτούτο της Αθήνας (Πατησίων 47) μέχρι τις 20 Μαΐου, πάντα με τα έργα του «επικοινωνούσε» με τους άτυπους δασκάλους του, τους μεγάλους καλλιτέχνες του παρελθόντος. Για παράδειγμα, στις πολύτομες Περιπέτειες του Τζιουζέπε Μπέργκμαν, ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας –alter ego του Μανάρα– συναντά τον Μαγιακόφσκι, χάνεται στο Μακόντο του Μάρκες και «βυθίζεται» σε πίνακες του Μποτιτσέλι, του Βερονέζε, του Ντορέ, του Μανέ κ.ά.
Με φανερή τη διάθεση για απότιση φόρου τιμής, στο «Il Pittore e la Modella», δίνει τις δικές του εκδοχές σε έργα του Ρούμπενς, του Χοκουσάι, του Κουρμπέ, του Μουνκ, του Ιβ Κλάιν κ.ά. Κι ενώ σε όλη του την καριέρα ο Μίλο Μανάρα δείχνει να «συνομιλεί» αδιάκοπα με τους ομότεχνούς του, δεν είχε ποτέ, μέχρι το 2015, φιλοτεχνήσει τη βιογραφία κάποιου από αυτούς.
Το έκανε τότε, και μάλιστα σε δύο μέρη, για τον Καραβάτζιο, κατά κόσμον Μικελάντζελο Μερίζι. Και φαίνεται ότι το απόλαυσε καθώς το έργο του, που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά σε έναν πλούσιο, ενιαίο τόμο υπό τον τίτλο «Καραβάτζιο» (μετάφραση: Γιάννης Ιατρού, συνέκδοση της Chaniartoon Press και της DocMZ Publishing, 128 σελίδες), δεν είναι μια στεγνή παράθεση στοιχείων με χρονολογική σειρά αλλά μια ελεύθερη ματιά στο έργο του θρυλικού ζωγράφου.
.png)
Οπως γράφει στον πρόλογο του πρώτου μέρους και ο ιστορικός τέχνης Κλαούντιο Στρινάτι, σημαίνων παράγοντας στον χώρο της ιταλικής πολιτιστικής κληρονομιάς και επί μακρόν επιστάτης του συγκροτήματος μουσείων της Ρώμης: «Η ιστορία του Καραβάτζιο παρουσιάζεται από τον Μίλο Μανάρα με μεγάλο σεβασμό προς τη μαρτυρία των πηγών και προς την ουσιαστική αλήθεια των γεγονότων. Δεν πρόκειται, όντως, για μια μυθοπλαστική εκδοχή. Αντιθέτως, ο Μανάρα έχει αποτυπώσει επάνω της το στίγμα της δημιουργικότητάς του με τρόπο καθαρό και απολύτως προσωπικό. Ο δικός του Καραβάτζιο, παρότι αντανακλά τέλεια τον ιστορικό Καραβάτζιο, είναι ακριβώς αυτό: δικός του· ένας από τους ωραιότερους χαρακτήρες που γέννησε η φαντασία του. Αντιστοιχεί, πρέπει να το υπογραμμίσουμε, στο πραγματικό πρόσωπο, αλλά μέσα σε αυτή την εικονογραφημένη αφήγηση αποκτά ένα βαθύ νόημα που υπερβαίνει κατά πολύ την ιστορική αληθοφάνεια, για να εισχωρήσει στους μυχούς μιας ιδέας της Αλήθειας, η οποία από πολλές απόψεις είναι ακριβώς εκείνη που υπήρξε και του ίδιου του Καραβάτζιο και που ο Μανάρα ξαναζεί με τα δικά του κριτήρια μέσα στα οποία λάμπουν ο θαυμασμός και ο σεβασμός προς έναν συνάδελφο μακρινό στον χρόνο, αναμφίβολα, αλλά εξαιρετικά κοντινό στην ευαισθησία και στις δημιουργικές επιδιώξεις. Αλλωστε, στην αφήγηση του Μανάρα, το ουσιώδες σημείο είναι η οικοδόμηση των χαρακτήρων. Η θέση που αναγνωρίζει κανείς στην ιστορία που σχεδίασε ο μεγάλος αυτός σύγχρονος δημιουργός είναι ακριβώς η ίδια με εκείνη που ο Καραβάτζιο είχε πάντοτε μπροστά του στην αθάνατη ζωγραφική του, δηλαδή η ιδέα των χαρακτήρων».

Αυτή η προσπάθεια του Μανάρα να εξερευνήσει τους χαρακτήρες και να ερμηνεύσει τις συμπεριφορές και τις πράξεις τους –και κυρίως του Καραβάτζιο– είναι που καθιστά την αφήγησή του πρωτότυπη και γοητευτική. Μαζί, φυσικά, με τη μοναδική σχεδιαστική του δεινότητα και την ικανότητά του να αναπλάθει από τη μια με τη μέγιστη ιστορική ακρίβεια τα πραγματολογικά στοιχεία του τέλους του 16ου και των αρχών του 17ου αιώνα κι από την άλλη να ανασχεδιάζει με το δικό του στιλ δεκάδες έργα του Καραβάτζιο προσθέτοντάς τους με αξιοθαύμαστη πειστικότητα το παρελθόν που μόνο να εικάσουμε μπορούμε.

Ισως αυτό να είναι και το πιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του βιβλίου: η, έστω και υποκειμενική αλλά ιστορικοποιημένη, ερμηνεία των σπουδαιότερων πινάκων του Καραβάτζιο που με την παρέμβαση του Μανάρα φαίνεται να προκύπτουν και να φιλοτεχνούνται ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων προσωπικών καταστάσεων αλλά και γενικότερων κοινωνικοπολιτικών συνθηκών.
Μ’ αυτή τη διάθεση κατανόησης και ερμηνείας ο Μανάρα ακολουθεί τον Καραβάτζιο από την έλευσή του ως άσημου και καβγατζή ζωγράφου από το Μιλάνο στη Ρώμη μέχρι τη διαμόρφωση του εντελώς προσωπικού του στιλ με πιο ιδιαίτερο στοιχείο το κιαροσκούρο με τις μεγάλες αντιθέσεις φωτός και σκιάς, την έντονη θεατρικότητα στο πλαίσιο του μπαρόκ, την ανέλιξή του στους κύκλους των ευγενών και της Εκκλησίας και τη δολοφονία ενός νεαρού έπειτα από λογομαχία.

Εκεί αρχίζει το δεύτερο μέρος με τον εξόριστο και φυγόδικο Καραβάτζιο να καταφεύγει κρυφά στη Νάπολη όπου θα συνεχίσει να ζωγραφίζει, κι από εκεί στη Μάλτα και αργότερα στη Σικελία και σε άλλα μέρη του ιταλικού Νότου, προσπαθώντας πάντα να επιστρέψει στη Ρώμη και να του απονεμηθεί χάρη, κάτι που δεν θα καταφέρει καθώς το 1610 θα βρεθεί νεκρός υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες σε ηλικία μόλις 39 ετών. Για να σβήσει έτσι το μοναδικό ταλέντο ενός οξύθυμου χαρακτήρα που αποτελεί τον σημαντικότερο εκπρόσωπο της μετάβασης της ζωγραφικής από την αναγεννησιακή αρμονία προς το παθιασμένο δράμα των ισορροπιών μεταξύ σκότους και φωτός που θα επηρεάσει καθοριστικά την ευρωπαϊκή τέχνη τα επόμενα χρόνια.
