Με τον Οκτώβριο να φεύγει και τον εορτασμό της 28ης να πλησιάζει, η μνήμη σκαλίζει τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την περίοδο της Κατοχής τόσο με τις φωτεινές στιγμές της Αντίστασης όσο και με τις σκοτεινές των συνεργατών, των δωσίλογων και φυσικά των μαυραγοριτών. Με αφορμή αυτές τις μνήμες το Καρέ Καρέ έρχεται να βγάλει από τα χρονοντούλαπα της Ιστορίας και τις κιτρινισμένες σελίδες των περιοδικών της Κατοχής για πρώτη φορά μετά από 81 χρόνια έναν χαμένο γελοιογραφικό ήρωα της περιόδου, ένα σημείο του καιρού του που με την Απελευθέρωση ξεχάστηκε: τον μαυραγορίτη Παντελή Μαυραγόρα!
Παχύς, καλοζωισμένος, ντυμένος με ακριβά ρούχα, γραβάτα, χρυσή αλυσίδα, λουλούδι περασμένο στο πέτο, ένα πούρο στο χέρι και πότε πότε κανένα κομπολόι. Το πρόσωπό του θυμίζει γουρουνοκεφαλή, έχει πυκνά μαύρα φρύδια, απλανές βλέμμα ανωτερότητας, μαλλί φτιαγμένο με μπριγιαντίνη και ένα παχύ μαύρο μουστάκι να απλώνεται κάτω από τη χοντρή του μύτη. Αυτός ήταν ο σκιτσογραφικός Παντελής Μαυραγόρας και πρωταγωνίστησε σε γελοιογραφίες με τον τίτλο «Εργα και Ημέρες του Παντελή Μαυραγόρα» στο περιοδικό «Ρομάντσο».

Το ποιος ήταν ο δημιουργός του παραμένει άγνωστο. Οι περισσότερες γελοιογραφίες, όταν δεν ήταν ανυπόγραφες, έφεραν τη μικρή, διακριτική υπογραφή «Κ.Π.» του εικονογράφου και σκιτσογράφου Κώστα Παπαδόπουλου, καθιστώντας τον τον πιθανότερο πατέρα του. Ξεκίνησε να δημοσιεύεται μέσα στο 1943 και συνέχισε στο εσωτερικό και στα οπισθόφυλλα του περιοδικού μέχρι τον Μάιο του 1944.
Το «Ρομάντσο» ανήκε στα αποκαλούμενα «περιοδικά ποικίλης ύλης» όπου δημοσιεύονταν «άκακα» μη πολιτικά σκίτσα, μυθιστορήματα-σίριαλ, ευθυμογραφήματα, φιγουρίνια και φωτογραφίες με σταρ του κινηματογράφου. Ολα προς μαζική κατανάλωση, σεξουαλική διέγερση και ξέσκασμα της μέσης αστικής οικογένειας. Κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 το «Ρομάντσο» πλημμύριζε από πατριωτικές σελίδες και αντιφασιστικά σκίτσα. Από τον Απρίλιο του 1941 όμως αναδιπλώθηκε στην πρότερη, φιλική και μη πολιτική ύλη του χωρίς να διακόψει καθόλου τη λειτουργία του μέχρι το τέλος της Κατοχής. Πλέον στα εξώφυλλά του και ανάμεσα στα ευθυμογραφήματα των Ψαθά και Γιαλαμά, εμφανίζονταν Γερμανοί και Γερμανίδες αστέρες του σινεμά, απαστράπτοντα σύμβολα του ναζιστικού ιμπεριαλισμού.
Φαίνεται απορίας άξιον λοιπόν πως η καρικατούρα ενός μαυραγορίτη βρήκε θέση σε ένα περιοδικό «φιλικό προς όλους». Κι όμως, παρότι το χιούμορ ενάντια στον κατακτητή ήταν θανάσιμο για την υγεία κάθε συντάκτη, στο «Ρομάντσο» του 1944 συχνά πυκνά δημοσιεύονταν ευθυμογραφήματα σκωπτικά απέναντι στην ακρίβεια, στην πείνα και στους μαγαζάτορες. Η μαύρη αγορά αποδεικνύεται πως ήταν εντός ορίων για σάτιρα. Ισως κιόλας το επικείμενο τέλος του πολέμου, που έφερνε κακά μαντάτα στην πλευρά των κατακτητών, έκανε τη λογοκρισία πιο ανασφαλή και διαλλακτική απέναντι στη σάτιρα.

Αυτή η ανοχή έδωσε την ευκαιρία στον κυρ Παντελή να λάμψει πότε σε λογοπαιγνιακού χιούμορ σκίτσα και πότε σε σκίτσα καθαρής φαρμακερής σάτιρας. Πότε πηγαίνει στο θέατρο με τη γυναίκα του και στην ερώτηση του ταμία αν θέλουν τις διακεκριμένες θέσεις, απαντά με ένταση «Φυσικά χριστιανέ μου! Εμείς πλερώνουμε» (Ρομάντσο #69, 13/1/44). Πότε παίζει στο καζίνο (στις περίφημες κατοχικές ρουλέτες των δωσίλογων) και κερδίζει «ποντάροντας πάντα στο μαύρο» (#70, 20/1/44) και πότε αγοράζει ζωγραφικούς πίνακες με τρόφιμα, τους οποίους, για να ρεφάρει τα εκατομμύρια που τους αγόρασε, «θα κρύψει για μια βδομάδα στην αποθήκη και θα διπλασιαστεί η τιμή τους» (#68, 6/1/44)! Κορυφαία όλων όμως είναι εκείνη που καθισμένος μπροστά στα παιδιά του τα διδάσκει το μεγάλο μάθημα της ζωής: «Και να ξέρετε παιδιά μου, ότι εμάς η μαύρη μας έβγαλε ασπροπρόσωπους» (#78, 16/4/44)!
Ο λόγος για τον οποίο σταμάτησε η δημοσίευσή του τον Μάιο του ’44 μας είναι (και πιθανόν θα παραμείνει) άγνωστος. Αγνωστες θα μας μείνουν και άλλες παρασκηνιακές ιστορίες αναφορικά με τη δημοσίευσή του, τους σκιτσογράφους του και πιθανές περιπέτειες με την κατοχική λογοκρισία – υποκινούμενη ακόμα και από το μένος των αληθινών μαυραγοριτών!
Ο Παντελής Μαυραγόρας μπορεί να χάθηκε από τα περιοδικά και τη συλλογική μνήμη, το πνεύμα του όμως δεν μας άφησε ποτέ: συνέχισε να τυραννάει τους συμπολίτες του καθορίζοντας παρασκηνιακά το παιχνίδι από τα Δεκεμβριανά και τον Εμφύλιο μέχρι τα επόμενα ψυχροπολεμικά χρόνια. Και στη σημερινή εποχή των πολέμων, της ακρίβειας και της ενεργειακής κρίσης θα βρείτε πολύ εύκολα γύρω σας τα πνευματικά του εγγόνια…
