Οι τεράστιες δυνατότητες των γελοιογράφων να σχολιάζουν την πραγματικότητα με τρόπο που να γίνεται άμεσα εύληπτο το θέμα τους και με λόγο χιουμοριστικό είναι γνωστές. Αρκεί να έχουν την πολιτική βούληση και τη διάθεση να συγκρουστούν με το κτήνος. Οι γελοιογραφίες διαβάζονται και βλέπονται γρήγορα από πολλούς και πρέπει το μήνυμά τους να είναι σαφές. Πολλές φορές μια γελοιογραφία μπορεί να αποκαλύψει μια αλήθεια τόσο δύσκολη να την πιστέψεις ή τόσο σύνθετη για να ασχοληθούν οι επαγγελματίες της πολιτικής και της δημοσιογραφίας μαζί της. Τέτοιες αλήθειες κρύφτηκαν ή/και αποσιωπήθηκαν επί μακρόν κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι Γερμανοί έκρυβαν για ευνόητους λόγους τα εγκλήματα που διέπρατταν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Και οι σύμμαχοι ωστόσο άργησαν πολύ να τα παραδεχτούν. Οχι γιατί δεν τα γνώριζαν ή δεν πίστευαν την αγριότητά τους αλλά γιατί η σκληρότητά τους απαιτούσε άμεση δράση την οποία δεν ήταν ακόμη έτοιμοι να αναλάβουν. Και ίσως, μέχρι ενός σημείου, όσο τα θύματα ήταν συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες. Κάποια στιγμή ωστόσο το θέμα άρχισε να αποκτά διαστάσεις. Τα τρένα που κινούνταν από όλη την Ευρώπη προς τη Γερμανία δεν μετέφεραν κάρβουνο, αλλά ανθρώπινες ψυχές.
Στη δημοσιοποίηση της θηριωδίας συνέβαλαν με τον τρόπο τους και οι γελοιογράφοι με πρωτοπόρο τον Βρετανό David Low. Οπως επισημαίνουν οι Rafael Medoff και Craig Yoe στην εξαιρετική μελέτη τους με τίτλο «Cartoonists Against the Holocaust», o Low ήταν ένας από τους πρώτους και ελάχιστους γελοιογράφους που πριν από 80 χρόνια, στις 18 Ιουνίου του 1943, τόλμησε να δείξει σε γελοιογραφία, μέσο που κατεξοχήν χρησιμοποιείται για να κάνει τους αναγνώστες να χαμογελάσουν μέσω της ειρωνείας και της υπερβολής, Εβραίους να οδηγούνται στους θαλάμους αερίων.
Η γελοιογραφία δημοσιεύτηκε στην αγγλική εφημερίδα «London Evening Standard» με τίτλο Ηow the Beastly Business Begin (Πώς ξεκινούν οι κτηνώδεις μπίζνες) και ασκούσε σκληρή κριτική στους πολίτες της Ευρώπης. Γιατί, εκτός από τους κρεμασμένους Εβραίους και αυτούς που οδηγούνταν στα κρεματόρια, στο κέντρο της είχε δύο κυρίες με γεμάτα καλάθια με τρόφιμα να σχολιάζουν ότι «πρέπει να έφταιγαν οι Εβραίοι…». Η μία αντιπροσώπευε τη «μισαλλοδοξία» και η άλλη την «άγνοια». Τις βασικές και διαχρονικές αιτίες του ρατσισμού που δεν γνωρίζει σύνορα.
