Μεγάλες συζητήσεις έχουν ανοίξει τις τελευταίες μέρες σχετικά με την πολιτική ορθότητα, τα «όρια» της γελοιογραφίας, τις επιλογές και τους στόχους των σκιτσογράφων, την έννοια της προσβολής των θείων κ.λπ. Δημιουργοί κόμικς απειλούνται με μηνύσεις, άλλοι παίρνουν το μέρος τους κι άλλοι κάνουν την πάπια, κάποιοι σατιρίζουν την εμμονή στο πολιτικά «ορθό» και κάποιοι σατιρίζουν αυτούς και τη δική τους μονομανία.

Ιστορικά η γελοιογραφία, στην πλειονότητα των περιπτώσεων και, ιδιαίτερα, σε κρίσιμες και ταραγμένες πολιτικές περιόδους, ασκούσε κριτική στην εξουσία και στους ισχυρούς. Πάντα, όμως, υπήρχαν και εξαιρέσεις.

Με το έξοχο μονοσέλιδό του με τίτλο Political Incorrect, ο John Antono (ο κατά κόσμον Γιάννης Αντωνόπουλος που μας τιμά με την παρουσία του στο Λεξικό της Κρίσης του «Καρέ Καρέ») υπενθυμίζει την περίπτωση του Γερμανού σκιτσογράφου και εικονογράφου Philipp Rupprecht (1900-1975), βασικού εκπροσώπου της ναζιστικής προπαγάνδας στον τομέα των τεχνών.

Στην καριέρα του ο Rupprecht, μέχρι την καταδίκη του το 1945 σε δεκαετή κάθειρξη, δημιούργησε εμμονικά αμέτρητες εικόνες αντισημιτικού περιεχομένου στην εφημερίδα Der Stürmer, ένα απροκάλυπτα φιλοναζιστικό έντυπο με σαφές αντικομμουνιστικό, αντισημιτικό και αντικαθολικό περιεχόμενο που η κύρια αρθρογραφία του παρότρυνε τους Γερμανούς στην εξολόθρευση των Εβραίων και δικαιολογούσε τις πράξεις των ναζί ως επιβεβλημένες.

Αν και στην αρχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου υπηρέτησε στον γερμανικό στρατό, απολύθηκε γρήγορα καθώς κρίθηκε από το καθεστώς ότι θα είναι πολύτιμος στον τομέα της προπαγάνδας. Η μανιέρα της σχεδιαστικής απόδοσης των Εβραίων ως κοντών και χοντρών, με γαμψές μύτες, σουβλερά δόντια και αυτιά γουρουνιού, πονηρών, χαιρέκακων και φιλάργυρων οφείλεται εν πολλοίς στον Rupprecht, που δεν παρέλειπε να κάνει πάντα την αντίστιξη με τους άνδρες της Αριας φυλής, αποδοσμένους ως ψηλούς, ξανθούς, ευθυτενείς, μυώδεις και αποφασιστικούς.

Με ένα τέτοιο έργο, ο Rupprecht έχει καταγραφεί με μελανά χρώματα στην ιστορία της γελοιογραφίας. Και δικαίως ο John Antono, καλλιτεχνική αδεία, τον αποδίδει σαρκαστικά να εξωτερικεύει κυνικά τις σκέψεις του λέγοντας: «Αμ το άλλο, που δεν τολμάμε να κάνουμε αστεία για γυναίκες, ομοφυλόφιλους, μειονότητες, σακάτηδες και φυλετικά κατώτερους για να μη μας την πέσουν οι δικαιωματιστές; Τι σόι καλαμπουρτζήδες θα είμαστε αν δεν σπάμε πλάκα με υπανθρώπους;».