Πριν από κάτι περισσότερο από είκοσι χρόνια, ο Γιώργος Τσούκης, ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα των κόμικς στη χώρα μας, ξεκίνησε να δημιουργεί τη σειρά «Ο Μικρός Κθούλου». Ο καλόκαρδος τερατόμορφος πρωταγωνιστής που το όνομά του και η αποκρουστική εμφάνισή του παραπέμπουν στη λογοτεχνία τρόμου του Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ αλλά η κακοτυχία του και η διαρκής απόρριψη που υφίσταται από φίλους και οικογένεια θυμίζουν τον, κατά τον Ουμπέρτο Εκο, γεννημένο loser, Τσάρλι Μπράουν, βίωσε τα λίγα χρόνια της ζωής του ως βασανιστήριο: συναισθηματική κακοποίηση από τον χαιρέκακο πατέρα του και την αδιάφορη μητέρα του, bullying από τους νταήδες στο σχολείο, χλεύη και προσβολές από όλους, ρατσισμός και μηδενική ανοχή στη διαφορετικότητα από δασκάλους και γείτονες, στυγνή εκμετάλλευση από συμμαθητές, απανωτές ερωτικές απογοητεύσεις από τη σκληρή Κικίτσα ήταν η φρικτή καθημερινότητά του.

«Αντίο Μικρέ Κθούλου. Φεύγουμε για διακοπές στη Φολέγανδρο και περάσαμε να σε χαιρετίσουμε» του λένε εν χορώ οι «φίλοι». «Πόσο σας ζηλεύω! Είστε πολύ τυχεροί που πάτε θάλασσα. Και τι δεν θα ’δινα για να ’μουν στη θέση σας» τους απαντά αυτός. «Το ξέρουμε… Γι’ αυτό περάσαμε, για να σε ρίξουμε ψυχολογικά. Καλό πήξιμο στην τσιμεντούπολη!» είναι ο «αποχαιρετισμός» τους μέσα σε τρανταχτά γέλια. «Αντε πάμε, τι καθόμαστε με το φρικιό; Πάμε, πάμε!». Ο Μικρός Κθούλου τρέχει απελπισμένος στον πατέρα του για λίγη παρηγοριά: «Μπαμπά, θα με πας διακοπές;» Και δέχεται τη χαριστική βολή: «Τρελάθηκες; Με τέτοια ζέστη;».

Η τελευταία φράση των φίλων πριν από την αναχώρηση και ο κυνισμός του πατέρα αποτελούν τις, καλλιτεχνική αδεία, υπερβολές μιας πικρής χιουμοριστικής σειράς. Αλλά, μέρες που ’ναι, η μοναξιά αυτού που μένει «πίσω» παραμένει συχνά δυσβάσταχτη. Δεν είναι ανάγκη να την κάνει κανείς χειρότερη. Υπάρχει και το τακτ, η κατανόηση, η συμπόνια.