Υπάρχει περίπτωση έστω και ένας Αμερικανός που ψήφισε τον Τραμπ να μη γνώριζε ποιον ακριβώς ψήφιζε; Να μην είχε ακούσει τις δηλώσεις του για τους μετανάστες; Να μην ήξερε για το τείχος που φιλοδοξεί να χτίσει; Να μην είχε ακούσει τον ανερμάτιστο λόγο του και την ακροδεξιά ρητορική του;
Δεν το πιστεύω. Και όμως, τον ψήφισαν ακριβώς γι’ αυτά. Παρά τον πόλεμο που του είχαν κηρύξει εδώ και χρόνια γελοιογράφοι και δημιουργοί κόμικς. Εναν πόλεμο που παρά τις καλές προθέσεις, δεν απείχε από μια «δολοφονία χαρακτήρα». Ο Τραμπ πλούσιος, ο Τραμπ γυναικάς, ο Τραμπ μέθυσος, ο Τραμπ εκδικητικός κ.λπ.
Πού βρισκόταν, όμως, ο Τραμπ πολιτικός; Δυστυχώς, μόνο σε ένα πολύ μικρό μέρος του κάδρου της κριτικής. Το κοινό του ψοφούσε (και ψοφάει) για ωμό ρατσισμό, για σεξιστικές συμπεριφορές, για χυδαιότητα, για σκάνδαλα. Κι αυτός τους τα έδωσε. Οι γελοιογράφοι τον «κατηγορούσαν» για αυτά που οι πολυάριθμοι ψηφοφόροι του τον αποθέωναν. Κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί και με τον Τζορτζ Μπους ή ακόμα και με τη Χρυσή Αυγή. Οσο μεγαλύτερη καφρίλα τόσο περισσότεροι ψηφοφόροι.
Φυσικά και είναι δικαίωμα και υποχρέωση του γελοιογράφου να ξεφτιλίζει την εξουσία, κάθε εξουσία. Οσο μένει στα επιφαινόμενα, ωστόσο, χάνει την ουσία. Και η ουσία είναι η πολιτική.
Τις τελευταίες μέρες ο Τραμπ γίνεται στόχος επειδή ήταν, λέει, ίσως πιωμένος την ώρα της ανάκρουσης του εθνικού ύμνου των ΗΠΑ και δεν τραγουδούσε τους στίχους. Ε, και; Μήπως μια τέτοια κριτική αποσιωπά όσα γίνονται πριν και μετά τις δημόσιες εμφανίσεις του;
Κι αυτά που γίνονται περιγράφονται στο «Black» του Kwanza Osaiyefo (σενάριο) σε εξώφυλλο του Khary Randolph. Με τον Τραμπ ως Donkey Kong να προσπαθεί να σταματήσει έναν νεαρό Αφροαμερικανό με τη βοήθεια της αστυνομίας, των δικαστών και της Κου Κλουξ Κλαν.
