Τα φυσιολογικά χαρακτηριστικά του γέλιου εκδηλώνονται με απότομες αλλαγές του αναπνευστικού ρυθμού, με εκρηκτικές και απότομες εκπνοές και από μια χαρακτηριστική αλλαγή των εκφράσεων του προσώπου και των κινήσεων του σώματος. Σε κάθε έντονο και παρατεταμένο γέλιο, οι συσπάσεις των μυών του προσώπου, του λαιμού και του στήθους γίνονται εντονότερες και ακανόνιστες. Και σε ορισμένες περιπτώσεις, το έντονο γέλιο συνοδεύεται από δάκρυα, βήχα και σε ακραίες περιπτώσεις από ακράτεια ούρων λόγω χαλάρωσης των μυών του πυελικού εδάφους ή διαφράγματος, εξ ου και η έκφραση «κατουρήθηκα απ’ τα γέλια».
Με εξαίρεση τα γέλια που εκδηλώνονται ως αντανακλαστική αντίδραση στο γαργάλημα, το φυσικό γέλιο είναι μια ποικιλόμορφη συμπεριφορά που προκύπτει αυτόματα από τις περίπλοκες διασυνδέσεις των συναισθηματικών κυκλωμάτων με τα κινητικά κέντρα του εγκεφάλου, δηλαδή βασίζεται και προϋποθέτει την ενεργοποίηση συγκεκριμένων φλοιικών και υποφλοιικών εγκεφαλικών δομών. Το γέλιο, όπως εξάλλου και το κλάμα, θεωρείται μία από τις πρωταρχικές φυσιολογικές μας λειτουργίες. Ομως, ενώ το κλάμα εκδηλώνεται αμέσως μετά τη γέννηση ενός ανθρώπου ή ενός ζώου, η ικανότητα έκφρασης μέσω του γέλιου της ικανοποίησης ή της ευδαιμονίας εμφανίζεται σταδιακά: αρχικά με κάποια ασαφή μειδιάματα μέχρι τον δεύτερο μήνα της ζωής ενός βρέφους, τα οποία κατόπιν γίνονται τα γελάκια ή τα ασυγκράτητα γέλια που σχετίζονται με την παρουσία και τη συμπεριφορά των άλλων. Γεγονός που, από μόνο του, αποτελεί μια σαφέστατη ένδειξη της αποφασιστικής ανθρωπολογικής σημασίας και της κοινωνικής αξίας του γέλιου.
«Για να καταλάβουμε το γέλιο, πρέπει να το τοποθετήσουμε στο φυσικό του περιβάλλον, που είναι η κοινωνία· κυρίως πρέπει να ορίσουμε τη χρήσιμη λειτουργία του, που είναι κοινωνική λειτουργία», έγραφε, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, ο Γάλλος φιλόσοφος Ανρί Μπεργκσόν (Henri-Louis Bergson) στο βιβλίο του «Το γέλιο. Δοκίμιο για τη σημασία του κωμικού». Μια πρωτότυπη φιλοσοφική θεώρηση της λειτουργίας του γέλιου που, στις μέρες μας, επιβεβαιώνεται επιστημονικά από τις έρευνες τόσο των εγκεφαλικών μηχανισμών του γέλιου (Νευροεπιστήμες) όσο και της ξεχωριστής λειτουργίας της ιλαρότητας στη ζωική συμπεριφορά (Ηθολογία).
Η νευρο-ηθολογική εξήγηση του γέλιου…
Η τέχνη της αποστασιοποίησης από τα καθημερινά μας προβλήματα μέσω του χιούμορ συνίσταται στο να μάθουμε να βλέπουμε την οδυνηρή πραγματικότητα που βιώνουμε από μια εντελώς διαφορετική οπτική γωνία: αντί να δραματοποιούμε τη δύσκολη κατάσταση που αντιμετωπίζουμε, γιατί να μη δοκιμάσουμε να την αποδραματοποιήσουμε με κάποια περιπαικτική διάθεση αυτοσαρκασμού; Εξάλλου, ακόμη κι αν το απομυθοποιητικό γέλιο δεν αποδειχτεί αποτελεσματικό για την περίπτωσή μας, είναι βέβαιο ότι δεν θα μας βλάψει!
Μελετώντας, μάλιστα, τη φυσιολογία του γέλιου και της ιλαρότητας, οι Νευροεπιστήμες αποκάλυψαν ότι η εγκεφαλική δομή που εμπλέκεται πρωτίστως στην παραγωγή τους είναι το «μεταιχμιακό σύστημα»: ένα σύνολο από διαφορετικές ανατομικά και λειτουργικά δομές -όπως η αμυγδαλή, ο ιππόκαμπος, ο υποθάλαμος, διάφοροι πυρήνες του μεσεγκεφάλου, ο κερκοφόρος πυρήνας- οι οποίες βρίσκονται μεταξύ του προμετωπιαίου φλοιού και του υποθαλάμου του εγκεφάλου (βλ. φωτ.).
Σήμερα, γνωρίζουμε ότι το μεταιχμιακό σύστημα παίζει αποφασιστικό ρόλο στην κωδίκευση και στην έκφραση των συναισθηματικών συμπεριφορών, καθώς και στη ρύθμιση των λειτουργιών της μάθησης και της μνήμης όχι μόνο των ανθρώπων, αλλά και των άλλων πρωτευόντων θηλαστικών. Οι νευροεπιστημονικές έρευνες κατάφεραν να εντοπίσουν τις δομές του ανθρώπινου μεταιχμιακού συστήματος που αποφασίζουν για τον τύπο του γέλιου που ταιριάζει σε κάθε περίσταση, αν π.χ. θα είναι ένα ηχηρό και ακατάσχετο γέλιο που συνταράζει το σώμα ή ένα διακριτικό μειδίαμα. Εξάλλου, έχουν να επιλέξουν ανάμεσα σε πολύ διαφορετικούς τύπους ανθρώπινου γέλιου: αθώο, χαιρέκακο, σαρδόνιο, κοροϊδευτικό, πικρό, ειρωνικό, νευρικό-υστερικό, αποδοκιμαστικό, ψεύτικο, παράφρον, σατανικό γέλιο.
Πάντως, κάθε έκφραση ενός τύπου γέλιου συνοδεύεται από χαρακτηριστικές σωματικές αλλαγές: π.χ. στο ηχηρό και ανεξέλεγκτο γέλιο οι ζυγωματικοί μύες του προσώπου συσπώνται πιο έντονα, τόσο οι καρδιακοί παλμοί όσο και ο ρυθμός της αναπνοής αυξάνονται, το διάφραγμα και οι κοιλιακοί μύες συσπώνται, οι σκελετικοί μύες και οι σφιγκτήρες χαλαρώνουν, ενώ σε ορισμένες δομές του εγκεφάλου απελευθερώνονται κατεχολαμίνες και ενδορφίνες, οι οποίες εμπλέκονται άμεσα στο γνωστό αίσθημα ευφορίας που βιώνουμε έπειτα από ένα έντονο και παρατεταμένο γέλιο.
Το γέλιο ως έκφραση της ιδιαίτερης ανθρώπινης ιλαρότητας είναι αναμφίβολα μια περίπλοκη βιολογική συμπεριφορά που προέκυψε από την εξέλιξη ορισμένων δομών και λειτουργιών του εγκεφάλου μας. Ωστόσο, μολονότι αρχίζουμε να κατανοούμε τις βαθύτερες εγκεφαλικές δομές που εμπλέκονται στην παραγωγή του γέλιου και στη δημιουργία της ιλαρότητας, απέχουμε ακόμη πολύ από το να εξηγήσουμε από πού προήλθαν ή γιατί εξελίχθηκαν οι συγκεκριμένες εγκεφαλικές συμπεριφορές. Ενώ κατανοούμε ολοένα και περισσότερο τι είναι και πώς παράγεται το γέλιο, εξακολουθούμε να αγνοούμε γιατί γελάμε. Και η συνήθης απάντηση ότι γελάμε όποτε ακούμε ή βλέπουμε κάτι γελοίο, είναι μια ταυτολογία που δεν απαντά αλλά απλώς μεταθέτει το ερώτημα, αφού δεν εξηγεί γιατί κάτι μας φαίνεται γελοίο.
Αντίθετα με ό,τι συνήθως πιστεύουμε, το γέλιο ίσως δεν πρέπει να θεωρείται αποκλειστικά ανθρώπινη συμπεριφορά, μοναδικό προνόμιο του ανθρώπινου είδους. Πράγματι, οι πιο πρόσφατες ηθολογικές έρευνες της συμπεριφοράς των πρωτευόντων θηλαστικών (μπαμπουίνων, χιμπατζήδων) αμφισβητούν τις δογματικές ανθρωποκεντρικές αντιλήψεις περί της απουσίας της συμπεριφοράς του γέλιου σε άλλα είδη ζώων. Μια πανάρχαια μεταφυσική προκατάληψη, που πρώτος είχε διατυπώσει ο Αριστοτέλης όταν έγραφε ότι «μόνο ο άνθρωπος ανάμεσα σ’ όλα τα ζώα έχει την ικανότητα του γέλιου» («το μόνον γελάν των ζώων άνθρωπον», Περί ζώων μορίων, 673 α.8.9).
Από την εποχή του Αριστοτέλη μέχρι σήμερα, ο αποκλεισμός των άλλων πρωτευόντων από το γέλιο βασίζεται σε δύο αλληλοσυμπληρούμενες δογματικές παραδοχές: πρώτον, ότι την ικανότητα γέλιου τη διαθέτει μόνο το ανθρώπινο είδος. Και, δεύτερον, ότι αυτή η ικανότητα του γέλιου σχετίζεται αποκλειστικά με το χιούμορ. Ωστόσο, η επικρατέστερη, σήμερα, έννοια του χιούμορ (humor), δηλαδή του «κωμικού» ως μαζικής ή ατομικής ανθρώπινης συμπεριφοράς, είναι ένα ιστορικά ευμετάβλητο κοινωνικό και πολιτισμικό φαινόμενο, που συνήθως αναγνωρίζεται από το γέλιο. Και υπάρχουν πολλές κοινωνιολογικές θεωρίες για την περιγραφή αυτού του φαινομένου, σύμφωνα με τις οποίες επειδή το γέλιο ταυτίζεται με το χιούμορ, τότε και το γέλιο πρέπει να θεωρείται πολιτισμικό φαινόμενο και, ως τέτοιο, είναι ένα αποκλειστικά ανθρώπινο χαρακτηριστικό.
Παρ’ όλα αυτά, τα τελευταία 30 χρόνια, όλο και περισσότερες έρευνες της Ηθολογίας, της επιστήμης που μελετά τους τρόπους έκφρασης και τους παράγοντες που επηρεάζουν τη ζωική συμπεριφορά, έδειξαν ότι πολλά είδη ζώων -τόσο τα πρωτεύοντα όσο και άλλα κοινωνικά θηλαστικά- μπορούν να γελάνε -προφανώς με έναν μη ανθρώπινο τρόπο!- για να ικανοποιούν τις ζωτικές ατομικές και κοινωνικές τους ανάγκες: για να δημιουργούν δεσμούς ερωτικούς ή φιλικούς, για να προάγουν τη συνεργασία και τις ειρηνικές σχέσεις στο εσωτερικό της ομάδας κ.ά. Κοντολογίς, όπως και το ανθρώπινο γέλιο, το γέλιο πολλών ζωικών ειδών εξυπηρετεί τις βασικές κοινωνικές τους ανάγκες, είναι εξίσου μεταδοτικό και ανοίγει τον δρόμο για συνεργασίες, που είναι μια απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη της κοινωνικότητας των μη ανθρώπινων μορφών ζωής.
… και η θεραπευτική αξία της ιλαρότητας
Οι πρόσφατες έρευνες στην Ηθολογία σε συνδυασμό με τις νευροεπιστημονικές ανακαλύψεις των εγκεφαλικών δομών της ιλαρότητας και του γέλιου των ανθρώπων μάς αποκαλύπτουν ότι ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε, μέχρι σήμερα, τη θεμελιώδη βιοψυχολογική και κοινωνική λειτουργία του γέλιου είναι… για κλάματα. Δυστυχώς, αυτή η τάση υποτίμησης και, μέχρι πρόσφατα, απαξίωσης των θετικών επιδράσεων του γέλιου και της ιλαρότητας στη ζωή και την υγεία του οργανισμού μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες όταν ο οργανισμός υποφέρει ή νοσεί.
Αν λοιπόν αισθάνεστε σωματικά καταβεβλημένοι, ψυχολογικά καταπονημένοι ή υπερβολικά αγχωμένοι; Αν δεν μπορείτε να εκτονωθείτε με το κλάμα, τότε ίσως ήλθε η ώρα να δοκιμάσετε να αντιμετωπίσετε τα προβλήματά σας με περισσότερο χιούμορ: ένα καλό γέλιο ίσως καταφέρει να τα θάψει. Εξάλλου, είναι εμπειρικά διαπιστωμένο ότι το να μπορούμε να γελάμε και να αντιμετωπίζουμε με χιούμορ ό,τι δυσάρεστο μας συμβαίνει, συμβάλλει στο να ζούμε πολύ καλύτερα. Επίσης, το να γελά κανείς συχνά, ή το να βλέπει γύρω του χαμογελαστά πρόσωπα, δημιουργεί στους περισσότερους ανθρώπους μια θετική διάθεση. Και όπως επιβεβαιώνεται από διαφορετικές στατιστικές έρευνες, η συνεχής παρουσία του γέλιου στη ζωή των ανθρώπων συμβάλλει όχι μόνο στο να ζουν καλύτερα αλλά και περισσότερο.
Πάντως, θεωρείται αναμφισβήτητο ότι το να γελάμε συχνά συμβάλλει στη βελτίωση όχι μόνο της ψυχολογικής μας διάθεσης, αλλά και της σωματικής μας υγείας. Η διερεύνηση των βιολογικών προϋποθέσεων και των επιδράσεων του γέλιου στην καλή διάθεση και την υγεία όσων γελούν συχνά, έχει ένα νέο όνομα: «Γελωτολογία». Μεταξύ των θετικών σωματικών επιδράσεων του γέλιου στην υγεία του οργανισμού είναι ότι το καθημερινό γέλιο αυξάνει την κυκλοφορία του αίματος, αλλάζει ο ρυθμός της αναπνοής που διευκολύνει την καλύτερη οξυγόνωση και, το πιο σπουδαίο, ενισχύει το ανοσοποιητικό μας σύστημα. Ετσι, αρκετοί γιατροί και ψυχοθεραπευτές προήγαγαν την ανάπτυξη του χιούμορ και τη συστηματική προσφυγή στο γέλιο σε βασική θεραπευτική πρακτική, η οποία σε αρκετές περιπτώσεις αποδείχτηκε και ιατρικά επωφελής, τόσο ατομικά όσο και συλλογικά.
Οσο για την πολυδιαφημισμένη «Γελωτοθεραπεία» (Gélothérapie), δηλαδή τη «θεραπεία με γέλιο», είναι μια εναλλακτική θεραπευτική πρακτική που εντάσσεται στις τεχνικές της ολιστικής θεραπευτικής. Πάντως, η εφαρμοσιμότητα και η αποτελεσματικότητα αυτών των πρακτικών δεν έχουν ακόμη μελετηθεί επαρκώς. Και γι’ αυτό, πολλοί κορυφαίοι γιατροί αντιδρούν έντονα στην προοπτική δημιουργίας «χαζοχαρούμενων» ασθενών, προβάλλοντας το εύλογο επιχείρημα ότι αν το χιούμορ και το γέλιο ενός ασθενούς δεν επαρκούν για την επίλυση των ιατρικών του προβλημάτων, τότε ίσως να μη φταίει η χιουμοριστική του «ανεπάρκεια» αλλά μάλλον η σοβαρότητα των προβλημάτων που αντιμετωπίζει.
