Ο «κλαυσίγελος» είναι μια σύνθετη λέξη αρχαιοελληνικής προέλευσης (κλαίω ή κλαύσις + γέλως), που περιγράφει την ανάγκη των περισσότερων ανθρώπων να εκφράζουν τις αντιφατικές διαθέσεις ή τα συναισθήματα χαράς και λύπης που βιώνουν (ταυτοχρόνως). Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο καθεστώς «χαρμολύπης» που εκφράζεται κυρίως με το γέλιο και το κλάμα. Δύο φαινομενικά πολύ διαφορετικές συμπεριφορές που, όπως θα δούμε, εξαρτώνται και ρυθμίζονται από κάποιες συγκεκριμένες δομές και λειτουργίες του εγκεφάλου μας.
Η χαρά και η θλίψη, το γέλιο και το κλάμα, εκδηλώνονται και συνοδεύουν όλα τα στάδια της ανθρώπινης ανάπτυξης. Ερχόμαστε στον κόσμο με ένα κλάμα, και, ελλείψει άλλου επικοινωνιακού μέσου, με το κλάμα δηλώνουν τα νεογέννητα τις ανάγκες τους. Πολύ πριν μάθουν να μιλάνε τα βρέφη μπορούν να στέλνουν διάφορα μηνύματα μέσω του επίμονου κλάματος: με το κλάμα εκδηλώνουν την ανάγκη τους για τροφή, τον πόνο και την ενόχλησή τους ή τη διαμαρτυρία τους επειδή νιώθουν εγκαταλειμμένα από τους γονείς τους. Και οι ταλαίπωροι γονείς μαθαίνουν σταδιακά να αναγνωρίζουν τις ανάγκες των μωρών τους από τις διαβαθμίσεις του κλάματος. Η αποκωδίκευση, όμως, των βρεφικών μηνυμάτων δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση, αφού προϋποθέτει ότι οι γονείς κατανοούν και αξιολογούν το στοιχειώδες «λεξιλόγιο» της κλίμακας που πάει από τους ήπιους κλαυθμυρισμούς μέχρι τα απελπισμένα και τα εκκωφαντικά κλάματα.
Οπως και τα άλλα θηλαστικά, τα ανθρώπινα βρέφη κλαψουρίζουν ή κλαίνε γοερά για να εκφράσουν τον πόνο, την ενόχλησή τους ή τη δυσφορία τους. Πολύ πριν μάθουν να μιλάνε και να χειρονομούν, τα βρέφη χρησιμοποιούν το κλάμα και το γέλιο για να εκδηλώνουν τις ανάγκες τους. Ομως, ενώ τα μάτια όλων των θηλαστικών υγραίνονται, καθαρίζονται και ηρεμούν με την έκκριση δακρύων, μόνο τα ανθρώπινα όντα φαίνεται να μπορούν να κλαίνε σε απάντηση ενός έντονου συναισθηματικού στρες. Πάντως, μετά τον πρώτο χρόνο ζωής τους, η συχνότητα των κλαμάτων στα ανθρώπινα βρέφη μειώνεται σταδιακά, γιατί αρχίζουν να μαθαίνουν άλλους, περισσότερο σαφείς τρόπους επικοινωνίας και έκφρασης των αναγκών, των επιθυμιών και των διαθέσεών τους.
Το γεγονός αυτό βέβαια δεν συνεπάγεται καθόλου την εξάλειψη ή την υπέρβαση της βιολογικής ανάγκης των ανθρώπων για κλάμα. Αντίθετα, τόσο το κλάμα όσο και το γέλιο εξακολουθούν να παίζουν αποφασιστικό βιολογικό και επικοινωνιακό ρόλο στη ζωή των ενηλίκων, επειδή αποτελούν δύο μη λεκτικές εκδηλώσεις της ανάγκης τους να εκφράσουν την ένταση των συγκινήσεων και των συναισθημάτων που βιώνουν.
Γιατί δεν είναι ίδια όλα τα δάκρυα;
Γιατί η ανάγκη προσφυγής των ανθρώπων στο κλάμα, μολονότι μειώνεται με το πέρασμα των χρόνων, δεν εξαλείφεται ποτέ; Μετά από συστηματικές έρευνες σχετικά με τη φυσιολογία και τη βιοχημεία των δακρύων οι σύγχρονοι νευροφυσιολόγοι κατέληξαν στο απρόσμενο συμπέρασμα ότι κάθε ανήλικος ή ενήλικος ανθρώπινος φυσιολογικός οργανισμός εκκρίνει όχι έναν αλλά τρεις διαφορετικούς τύπους δακρύων, που διαφοροποιούνται μεταξύ τους τόσο ως προς τη λειτουργία τους όσο και ως προς τη σύστασή τους.
Ο πρώτος τύπος δακρύων είναι τα λεγόμενα «βασικά» ή «συνεχή» δάκρυα που παράγονται διαρκώς για να ενυδατώνουν, να λιπαίνουν και να καθαρίζουν τον κερατοειδή χιτώνα των ματιών. Οι δυσλειτουργίες στη σύνθεση ή η αδυναμία έκκρισης αυτού του τύπου δακρύων από τους δακρυγόνους αδένες έχει καταστροφικές συνέπειες για την ποιότητα της όρασης και, στις πιο ακραίες περιπτώσεις, οδηγεί σε τύφλωση.
Κατόπιν υπάρχουν τα «αντανακλαστικά» δάκρυα που εκκρίνονται ως απάντηση του οργανισμού στον έντονο ερεθισμό των ματιών από ξένα σώματα ή από ερεθιστικές ουσίες. Η σκόνη, τα καυσαέρια, τα δακρυγόνα ή απλώς το ξεφλούδισμα κρεμμυδιών είναι μερικοί ερεθιστικοί παράγοντες που προκαλούν την παραγωγή αυτού του τύπου αντανακλαστικών δακρύων για να απομακρύνουν τις ξένες ουσίες και να καταπραΰνουν τον ερεθισμό των ματιών.
Τέλος, υπάρχουν και τα αινιγματικά «συναισθηματικά» δάκρυα. Αυτά τα τελευταία, σε αντίθεση με τους δύο πρώτους τύπους δακρύων που εμφανίζονται σε πάρα πολλά είδη ζώων, φαίνεται πως αποτελούν αποκλειστικό προνόμιο των ανθρώπων, διότι αυτός ο τρίτος τύπος δακρύων παράγεται και προκαλείται μόνο από τις πιο έντονες και περίπλοκες συναισθηματικές καταστάσεις που βιώνουν οι άνθρωποι. Και όπως ανακάλυψε πρώτος, πριν από τέσσερεις δεκαετίες, ο διάσημος βιοχημικός William H. Frey με την ερευνητική του ομάδα στις ΗΠΑ, τα συναισθηματικά δάκρυα διαφοροποιούνται σημαντικά από τους δύο άλλους τύπους δακρύων όχι μόνο ως προς τη λειτουργία τους αλλά και ως προς τη βιοχημική σύστασή τους. Πράγματι, χάρη σε αυτές τις πρωτοποριακές έρευνες έγινε γνωστό ότι στην «ψυχογενή δακρύρροια», τα συναισθηματικά δάκρυα περιέχουν 20%-25% περισσότερες πρωτεΐνες, τέσσερις φορές περισσότερο κάλιο και 30% περισσότερο μαγγάνιο.
Επιπλέον, περιέχουν μια σαφώς υψηλότερη συγκέντρωση ορισμένων ορμονών, όπως π.χ. η πρωτεΐνη κορτικοτροπίνη ή αδρενοκορτικοτρόπος ορμόνη (ACTH), η οποία εκκρίνεται σε συνθήκες στρες, καθώς και η ορμόνη προλακτίνη που ρυθμίζει τους υποδοχείς των νευροδιαβιβαστών στους δακρυγόνους αδένες. Η ανάλυση αυτού του τύπου δακρύων προσφέρει μια σαφέστατη ένδειξη για τις βιοχημικές αλλαγές που σχετίζονται με τη χαρά και τη θλίψη που βιώνουμε και εξηγούν γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι αισθάνονται καλύτερα μετά το κλάμα.
Το αγχολυτικό κοκτέιλ δακρύων
Η εξήγηση που πρότεινε ο William H. Frey για την παρουσία αυτού του τρίτου τύπου δακρύων είναι ότι «ενδεχομένως τα συναισθηματικά δάκρυα επιλέχθηκαν κατά την ανθρώπινη εξέλιξη επειδή καταπραΰνουν την έντονη συναισθηματική φόρτιση». Στο πολυσυζητημένο αλλά αμετάφραστο στα ελληνικά βιβλίο του «Crying: The Mystery of Tears» (Κλάμα: Το μυστήριο των δακρύων), ο W. Frey παρουσιάζει λεπτομερώς αυτή την «ομοιοστατική υπόθεση» σχετικά με τη ρυθμιστική και ψυχοδραστική λειτουργία των δακρύων στο ανθρώπινο είδος.
Σύμφωνα με αυτή την ενδιαφέρουσα θεωρία, όταν τα συναισθηματικά δάκρυα εμφανίστηκαν, πριν από εκατομμύρια χρόνια, σε κάποιους μακρινούς προγόνους μας, επιλέχθηκαν και διαδόθηκαν χάρη στη φυσική επιλογή για υγειονομικούς λόγους: επειδή η παραγωγή τους συνέβαλλε στην εξάλειψη κάποιων ιδιαίτερα βλαπτικών χημικών ουσιών που τείνουν να συσσωρεύονται στον ανθρώπινο οργανισμό όταν βρίσκεται σε καταστάσεις έντονης συναισθηματικής πίεσης και παρατεταμένου άγχους.
Πράγματι, είναι σε όλους γνωστό ότι το παρατεταμένο καθεστώς άγχους (το υπερβολικό επαγγελματικό, διαπροσωπικό ή οικογενειακό στρες) προκαλεί όχι μόνο ψυχολογικά αλλά και σοβαρά σωματικά προβλήματα: καρδιαγγειακές παθήσεις, υπέρταση, μειωμένες ανοσολογικές αντιδράσεις, συμπτώματα πρόωρης νοητικής και σωματικής γήρανσης κ.ά. Συνεπώς, η εμφάνιση νέων φυσιολογικών μηχανισμών που συμβάλλουν στη μείωση ή την αντιμετώπιση του έντονου στρες θα πρέπει να ευνοήθηκαν εξελικτικά.
Και όπως έδειξαν οι έρευνες του William Frey, η υψηλή συγκέντρωση προλακτίνης και αδρενοκορτικοτροπίνης στα συναισθηματικά δάκρυα δρα όντως αγχολυτικά όταν ο οργανισμός βρίσκεται σε καταστάσεις παρατεταμένου άγχους. Σύμφωνα με τα στατιστικά δεδομένα που παρουσιάζει ο Frey στο βιβλίο του: «Περίπου το 85% των γυναικών και το 73% των ανδρών δηλώνει (στις σχετικές στατιστικές έρευνες) ότι αισθάνεται πολύ καλύτερα μετά από ένα καλό κλάμα. Ενδέχεται λοιπόν να είναι τα ίδια τα δάκρυα που προκαλούν αυτή τη συναισθηματική ευεξία».
Κάποιες πιο πρόσφατες νευροψυχολογικές μελέτες διατείνονται, μάλιστα, ότι το κλάμα των γυναικών περιέχει σχεδόν διπλάσια συγκέντρωση προλακτίνης από το κλάμα των ανδρών. Γεγονός που υποτίθεται ότι εξηγεί το γιατί οι γυναίκες έχουν την τάση να κλαίνε περισσότερο και συχνότερα από τους άνδρες! Περιττό βέβαια να διευκρινίσουμε ότι τέτοιες αναγωγιστικές και έμφυλες διαφοροποιήσεις είναι απλοϊκές, επειδή «εξηγούν» τα πάντα καταφεύγοντας στην παρουσία μικρών μοριακών ή γονιδιακών διαφορών ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες, παραβλέποντας ή υποβαθμίζοντας σκοπίμως τα πολύ πιο σύνθετα κοινωνικά και νευροψυχολογικά αίτια, που από κοινού διαμορφώνουν την τελική συμπεριφορά των δύο φύλων. Ισως γι’ αυτό αρκετοί ειδήμονες σε αυτό το ερευνητικό πεδίο ήταν, αρχικά και μέχρι πρόσφατα, δύσπιστοι και απρόθυμοι να αποδεχτούν ότι, εκτός από τη φυσιολογική λειτουργία του, το κλάμα μπορεί να είναι ψυχολογικά εκτονωτικό και ιατρικά αυτοθεραπευτικό.
Οι άντρες δεν κλαίνε;
Τα συναισθηματικά δάκρυα αποτελούν την εξωτερίκευση ψυχικού πόνου, αλλά και ανακούφισης ή χαράς. Εναλλακτικά, κάποιος ή κάποια μπορεί να «κρατά τα πάντα μέσα του\της», επιτείνοντας έτσι τον πόνο και παρατείνοντας σιωπηρά την περίοδο που υποφέρει, χωρίς αυτό να γίνεται φανερό στους άλλους. Κι όμως, τα άτομα αυτά θα μπορούσαν κάλλιστα να χαλαρώσουν επιτρέποντας στον εαυτό τους να ανακουφιστούν με ένα απελευθερωτικό κλάμα, που θα τους επέτρεπε να απαλλαγούν από τα αλγογόνα και καταστροφικά συναισθήματα που βιώνουν.
Εντούτοις, από την πιο τρυφερή ηλικία διδάσκουν -κυρίως στα αγοράκια- ότι το να κλαίει κάποιος είναι δείγμα αδυναμίας. Μολονότι όλες οι σχετικές έρευνες έχουν δείξει ότι, αντίθετα, η προσφυγή στο κλάμα μπορεί να αποδειχτεί εξαιρετικά ωφέλιμη για την ψυχοσωματική υγεία μας
