ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Σπύρος Μανουσέλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τόσο το αντικείμενο του ερωτικού μας πόθου όσο και το έτερον ερωτικό μας ήμισυ δεν το αναγνωρίζουμε μόνο από το πρόσωπο ή από το καλλίγραμμο σώμα, ούτε μόνο από τη θελκτική φωνή ή τον αξιέραστο χαρακτήρα του, αλλά και από την ιδιαίτερη οσμή που αναδίδει. Με λίγα λόγια, η μύτη φαίνεται πως λειτουργεί ως ασφαλής πυξίδα για τα αισθήματα είτε της ερωτικής έλξης είτε της ερωτικής αποστροφής που βιώνουμε. Κι αν δεν υπάρχει ίχνος ρομαντισμού σε αυτή την πεζή περιγραφή της ερωτικής έλξης, είναι γιατί, όπως θα δούμε, πρόκειται για μια καθαρά φυσιολογική-βιοχημική διεργασία.

Πράγματι, οι άνθρωποι, όπως και τα περισσότερα είδη ζώων, συλλέγουν και ανταλλάσσουν πληροφορίες για τον κόσμο που τους περιβάλλει μέσω των κυρίαρχων αισθήσεων: της όρασης και της ακοής. Ωστόσο, ακόμα και οι πιο σύνθετες μορφές ζωής μπορούν να αντιλαμβάνονται χημικά ερεθίσματα από το περιβάλλον τους και να επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω χημικών σημάτων, δηλαδή να επεξεργάζονται διάφορες οσφρητικές πληροφορίες. Επομένως, ακόμα και στους πιο εξελιγμένους οργανισμούς η αντίληψη και η ανταλλαγή χημικών σημάτων παίζει αποφασιστικό ρόλο τόσο στη διαμόρφωση της ομαδικής συμπεριφοράς τους όσο και στην επιβίωσή τους.

Αν και ο σύγχρονος άνθρωπος σπανίως εκμεταλλεύεται πλήρως την αισθητηριακή ικανότητά του να αναγνωρίζει οσφρητικά τις χημικές ουσίες του περιβάλλοντός του, επειδή η λειτουργία της όσφρησης στο είδος μας επισκιάζεται καταφανώς από αυτήν της όρασης ή της ακοής, εντούτοις, οι οσφρητικές ικανότητές του δεν εξαλείφονται ποτέ ολοκληρωτικά. Αρκετοί άνθρωποι, μάλιστα, αναπτύσσουν μια εντυπωσιακή ικανότητα διάκρισης οσμών: οι αρωματοποιοί και οι δοκιμαστές οίνου αποτελούν την καλύτερη απόδειξη των δυνατοτήτων της καλλιέργειας και της εκλέπτυνσης των εγγενών οσφρητικών ικανοτήτων μας. Αντίθετα, τα άτομα που υποφέρουν από ανοσμία, ένα σύμπτωμα νευρολογικών παθήσεων, ζουν σ’ έναν εμφανώς φτωχότερο αισθητηριακά κόσμο.

Η αίσθηση της όσφρησης είναι η πολύτιμη εγκεφαλική λειτουργία που σχετίζεται με την αντίληψη των οσμών, η οποία συνίσταται στην ανίχνευση των διαφόρων οσμών από τους ειδικούς οσφρητικούς υποδοχείς που υπάρχουν στη μύτη. Οι ποικίλες οσμές και οι μυρωδιές αντιστοιχούν λοιπόν στις αισθητηριακές εντυπώσεις που προκαλούνται από την εισπνοή πτητικών χημικών ενώσεων.

Οταν οι διάφορες οσμές εισέρχονται στη μύτη, αλληλεπιδρούν με τους ειδικούς οσφρητικούς υποδοχείς που υπάρχουν στο οσφρητικό επιθήλιο. Οι υποδοχείς ανιχνεύουν τις μεμονωμένες οσμές και στέλνουν τα αντίστοιχα νευρικά σήματα σε ειδικά κέντρα του εγκεφάλου, εκεί αποκωδικοποιούνται αυτά τα σήματα και αναγνωρίζεται η κάθε οσμή. Οταν μια οσμή είναι ευχάριστη αποκαλείται «μυρωδιά», ενώ όταν είναι δυσάρεστη περιγράφεται ως «δυσοσμία».

Αραγε οι γυναίκες και οι άνδρες μπορούν –ή μήπως οφείλουν;– να εμπιστεύονται την όσφρησή τους για την επιλογή του ερωτικού συντρόφου τους; Τα πτηνά και τα έντομα (π.χ. οι μέλισσες), όπως εξάλλου και τα περισσότερα θηλαστικά, είναι βέβαιο πως αυτό ακριβώς κάνουν. Γιατί οι άνθρωποι να αποτελούν εξαίρεση;

Ενας ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός επιστημονικών δεδομένων δείχνει πλέον σαφώς ότι, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα ζώα, και η δικιά μας «ανώτερη» σεξουαλική συμπεριφορά επηρεάζεται σημαντικά από κάποια ειδικά χημικά σήματα που εκκρίνουν τα ανθρώπινα σώματα και γίνονται αντιληπτά από το οσφρητικό μας σύστημα. Από καιρό οι ειδικοί νευροφυσιολόγοι υπέθεταν ότι οι οσμές του σώματος μπορεί να είναι φορείς ειδικών χημικών σημάτων που, επειδή επηρεάζουν τη βιοχημική ισορροπία μας, μπορούν να τροποποιούν την ψυχοσωματική διάθεσή μας. Τυπικό παράδειγμα, οι φερομόνες, που επηρεάζουν την ερωτική συμπεριφορά μας καθορίζοντας τα αισθήματα έλξης ή απώθησης που νιώθουμε για τον/την σύντροφό μας.

Ο ρόλος της όσφρησης στα ερωτικά μας πάθη

Τα τελευταία χρόνια, η επιστημονική έρευνα των χημικών ουσιών-σημάτων που εκκρίνουν οι έμβιοι οργανισμοί για τις λειτουργικές και τις επικοινωνιακές ανάγκες τους έχει σημειώσει εντυπωσιακή πρόοδο. Από δεκαετίες ήταν γνωστό ότι μια σειρά από χημικά μόρια (οι ορμόνες) παράγονται στο εσωτερικό κάθε οργανισμού με σκοπό να ρυθμίζουν, δηλαδή να πυροδοτούν ή να καταστέλλουν κάποιες εσωτερικές ζωτικές λειτουργίες. Πιο πρόσφατα, όμως, διαπίστωσαν και την παρουσία κάποιων αρκετά διαφορετικών χημικών σημάτων με εμφανώς «εξωστρεφή» βιολογική λειτουργία. Πρόκειται για χημικά σήματα τα οποία ανταλλάσσουν μεταξύ τους οι ζωντανοί οργανισμοί αποκλειστικά για τις επικοινωνιακές ανάγκες τους.

Κατ’ αναλογία με τις ορμόνες, οι Peter Karlson και Martin Luscher ονόμασαν, το 1959, αυτά τα αινιγματικά χημικά σήματα «φερομόνες» (ή και «φερορμόνες», σύνθετη λέξη από το φέρω + ορμή = προκαλώ διέγερση). Και όπως πολύ ορθά υπέθεταν από τότε, οι φερομόνες πρέπει να παίζουν αποφασιστικό ρόλο στη ρύθμιση της συμπεριφοράς των οργανισμών σε όλο το ζωικό βασίλειο. Γεγονός που, τα επόμενα χρόνια, επιβεβαιώθηκε από πλήθος ερευνών.

Αποδείχτηκε μάλιστα πειραματικά ότι σε πολλά είδη ζώων και ειδικά στα θηλαστικά οι φερομόνες μπορούν να έχουν είτε προσελκυστική-διεγερτική είτε απωθητική-κατασταλτική λειτουργία: η έκκριση συγκεκριμένων φερομονών λειτουργεί στο εσωτερικό της ομάδας άλλοτε ως σήμα κινδύνου ή συναγερμού, που θέτει σε επιφυλακή τα μέλη της, και άλλοτε ως ερωτικό σήμα, ικανό να δημιουργεί ακαταμάχητη σεξουαλική έλξη. Πρόκειται δηλαδή για χημικούς αγγελιαφόρους ή «σήματα» που όταν εκκρίνονται μπορούν να επιφέρουν σημαντικές αλλαγές τόσο στη φυσιολογία όσο και στη συμπεριφορά όχι μόνο των ζώων αλλά και των ανθρώπων. Ομως, ας σημειωθεί ότι οι φερομόνες ασκούν την επιρροή τους χωρίς ποτέ ο οργανισμός που τις εκκρίνει ή τις ανιχνεύει να αντιλαμβάνεται συνειδητά την παρουσία ή τη δράση τους.

Για παράδειγμα, θεωρείται πλέον επαρκώς επιβεβαιωμένο ότι κάποιες φερομόνες εμπλέκονται άμεσα στον συγχρονισμό του έμμηνου κύκλου ανάμεσα σε γυναίκες που περνούν πολύ χρόνο μαζί, καθώς και ότι η συστηματική παρουσία τους μπορεί να μεταβάλει ριζικά την ερωτική διάθεση τόσο των ανδρών όσο και των γυναικών.

Ερρινη ερωτική ευδαιμονία ή δυσοσμία;

Πάντως, τόσο η απομόνωση αυτών των βιοχημικών σημάτων όσο και η αποσαφήνιση της λειτουργίας τους είναι μια περίπλοκη και ιδιαίτερα απαιτητική εργαστηριακή άσκηση. Ετσι, ανακαλύψαν ότι το ανθρώπινο σώμα εκκρίνει οσμές με ισχυρή αφροδισιακή λειτουργία, δηλαδή φερομόνες με αφροδισιακή δράση, οι οποίες λειτουργούν σαν μαγνήτες ατόμων του ίδιου είδους αλλά του αντίθετου φύλου. Οι οσμές αυτές μάλιστα μπορεί να είναι τόσο έντονες που να γίνονται αισθητές ακόμα και από μεγάλη απόσταση. Ωστόσο, τα μηνύματα που μεταφέρουν οι φερομόνες δεν είναι πάντοτε θελκτικά, ούτε βέβαια αφροδισιακά, αφού η έκκρισή τους ενδέχεται να προκαλέσει πολύ δυσάρεστα αισθήματα, όπως φόβο ή αποστροφή.

Σύμφωνα με μια πρωτοποριακή μελέτη του Πανεπιστημίου Stony Brook στη Νέα Υόρκη, όταν φοβόμαστε ο ιδρώτας μας εκκρίνει μια φερομόνη η οποία είναι σε θέση να μεταδώσει το ίδιο συναίσθημα και στους γύρω μας. Ετσι εξηγείται, για παράδειγμα, το φαινόμενο να καταληφθεί από πανικό κάποιος που δεν φοβάται τα αεροπλάνα αλλά για κακή του τύχη κάθεται δίπλα σε κάποιον που τα φοβάται.

Οι ερευνητές αυτοί συνέλεξαν δείγματα ιδρώτα από νέους που για πρώτη φορά δοκίμαζαν να πέσουν με αλεξίπτωτο. Κατόπιν, ζήτησαν από μια άλλη ομάδα εθελοντών να μυρίσει αυτά τα αλεξίπτωτα, ενώ οι ερευνητές κατέγραφαν μέσω της λειτουργικής απεικονιστικής τομογραφίας τις αντιδράσεις του εγκεφάλου τους. Ετσι ανακάλυψαν, προς μεγάλη τους έκπληξη, ότι η μετάδοση των αισθημάτων του φόβου ή και του πανικού είχε γίνει διά της οσφρητικής οδού. Κάτι που ισχύει και για τα άλλα έντονα ανθρώπινα αισθήματα!

Μια άλλη πολύ διαφωτιστική έρευνα, που έγινε από νευροεπιστήμονες στο πανεπιστήμιο Χάρβαρντ των ΗΠΑ, έδειξε ότι όταν στα θηλυκά ποντίκια απενεργοποιηθεί το «υνιορρινικό όργανο του Jacobson», ένα μικροσκοπικό όργανο που βρίσκεται σε ένα βαθούλωμα μέσα στη μύτη των θηλαστικών και των ανθρώπων και το οποίο περιέχει χημειοϋποδοχείς για την ανίχνευση φερομονών, τότε τα θηλυκά δεν μπορούν να αντιληφθούν ή και αδιαφορούν για την παρουσία των ανδρικών φερομονών, των χημικών σημάτων που παράγονται για να συμβάλουν στο ζευγάρωμα με άτομα του αντίθετου φύλου.

Γεγονός που αποκαλύπτει ότι η λειτουργία ορισμένων φερομονών –τόσο στα ζώα όσο και στον άνθρωπο!– επιτείνει τη σεξουαλική έλξη, κυρίως μέσω μιας μυρωδιάς η οποία εκκρίνεται από τους ιδρωτοποιούς αδένες και συλλαμβάνεται μόνον υποσυνείδητα. Από άλλες μελέτες πάλι, προέκυψε ότι τόσο οι άνθρωποι όσο και άλλα είδη ζώων αισθάνονται έντονη ερωτική έλξη κυρίως για τις σωματικές μυρωδιές που είναι αρκετά διαφορετικές από τη δική τους. Και η εξήγηση είναι γενετικά και εξελικτικά προφανής: η προτίμηση αυτή τα εμποδίζει να ζευγαρώνουν με άτομα με τα οποία υπάρχει ισχυρός δεσμός συγγένειας, ώστε να μην αποκτήσουν απογόνους με χαμηλότερο ποσοστό επιβίωσης, γεγονός που θα έθετε σε κίνδυνο τη διαιώνιση του είδους.

Τι ισχύει τελικά για τους ανθρώπους; Μήπως, παρά την εντυπωσιακή ανάπτυξη του εγκεφάλου και της ανθρώπινης νοημοσύνης, παραμένουμε δέσμιοι των βιοχημικών προδιαγραφών μας; Και παρά τις μεγάλες πολιτισμικές αλλαγές, μήπως παραμένουμε χημικές μαριονέτες που κινούνται μηχανικά από κάποια αόρατα βιοχημικά νήματα; Πλήθος ερευνών δείχνουν σαφώς ότι, όπως ισχύει και για τα άλλα θηλαστικά, οι περισσότερες σωματικές εκκρίσεις μας κρύβουν τις ίδιες φερομόνες, δηλαδή τα «ζωώδη» και αποκρουστικά χημικά σήματα που επιχειρούμε μάταια να τα συγκαλύψουμε με τα τεχνητά αρώματα και με την καθημερινή καθαριότητα να τα εξαλείψουμε.

Ομως, παρά τις φιλότιμες και κοπιώδεις προσπάθειές μας, η οσμή του ανδρικού ιδρώτα φαίνεται πως αυξάνει τα επίπεδα κορτιζόνης ακόμη και των πιο «καθωσπρέπει» γυναικών· ενώ τα ανάλογα θηλυκά αφροδισιακά που εκκρίνονται από το γυναικείο σώμα επηρεάζουν εξίσου δραστικά την ανδρική επιθυμία για σεξ.

Σήμερα, τόσο η ένταση της σεξουαλικής έλξης όσο και η σφοδρότητα των ερωτικών παθών μας θεωρούνται περίπλοκες βιοψυχολογικές εκδηλώσεις που μόνο σε τελευταία ανάλυση ρυθμίζονται από συγκεκριμένους βιοχημικούς παράγοντες (π.χ. ορμόνες και φερομόνες). Δεν θα έπρεπε, λοιπόν, να μας εκπλήσσει το ότι διαδικασίες, όπως οι χρονοβόρες ερωτοτροπίες μας, ρυθμίζονται και εξαρτώνται τόσο από «ενδογενείς» βιολογικούς όσο και από «εξωγενείς» πολιτισμικούς παράγοντες. Εκπληξη, αντίθετα, προκαλεί το τεράστιο χρονικό διάστημα που απαιτήθηκε μέχρι τελικά να αναγνωρίσουμε και να αποδεχτούμε την «πραγματική» φύση των παραγόντων που συνδιαμορφώνουν τα ερωτικά ήθη και πάθη μας.