Τους 2 τελευταίους αιώνες η δυτική εγκληματολογία αναζητά τα αντικειμενικά τεκμήρια για τη σαφή διάκριση των «κοινωνικών» από τους «βιολογικούς» παράγοντες της ανθρώπινης εγκληματικότητας, εστιάζοντας, ωστόσο, περισσότερο στην έρευνα των «φυσικών», δηλαδή των βιοανθρωπολογικών χαρακτηριστικών όσων εγκληματούν: στις νευρολογικές και ψυχιατρικές παθήσεις και, πιο πρόσφατα, στα εγκεφαλικά και νοητικά χαρακτηριστικά που ευθύνονται για τις εγκληματικές συμπεριφορές των ανθρώπων.
Τον 21ο αιώνα αυτές οι επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις στην εγκληματολογία του εγκεφάλου μπορούν να επηρεάζουν ή ακόμη και να καθορίζουν τις αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων
Ακρογωνιαίος λίθος και προϋπόθεση της νομικά δίκαιης απόδοσης, από ένα δικαστήριο, ποινικής ευθύνης για ένα έγκλημα είναι η παραδοχή ότι «η δικάσιμη πράξη δεν μπορεί να θεωρείται εγκληματική αν ο νους αυτού που τη διαπράττει δεν είναι ένοχος» (actus non facit reum nisi mens sit rea). Διότι, βέβαια, αν ο κατηγορούμενος δεν κάνει συνειδητά την εγκληματική πράξη, εξαιτίας κάποιας διαγνώσιμης εγκεφαλικής ανωμαλίας ή πάθησης, αν δηλαδή κριθεί ότι δεν έχει «σώας τας φρένας», τότε θα πρέπει να αντιμετωπίζεται από το δικαστήριο μάλλον ως «ασθενής» και όχι ως «ένοχος», υπαίτιος για τις πράξεις του.
Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ποιο ποινικό δικαστήριο μπορεί να αποφασίζει για το πού ακριβώς βρίσκεται η διαχωριστική γραμμή και τα σαφή όρια μεταξύ κανονικής, παθολογικής και κοινωνικά επιβεβλημένης εγκληματικής συμπεριφοράς. Για παράδειγμα, ένα άτομο που κατηγορείται για μια σειρά από ανθρωποκτονίες μπορεί να απαλλαγεί από τη μέγιστη ποινή που ορίζει ο Ποινικός Κώδικας για τις εμπρόθετες ανθρωποκτονίες, αν το ποινικό δικαστήριο βεβαιωθεί ότι δεν είναι σε θέση να δρα συνειδητά και να διακρίνει το καλό από το κακό εξαιτίας κάποιας εγκεφαλικής δυσλειτουργίας.
Για να συνειδητοποιήσουμε το πόσο οι νέες νευροτεχνολογικές πρακτικές έχουν εισβάλει και ενσωματωθεί στις δικαστικές διαδικασίες, δημιουργώντας νέα και πολύ ασυνήθιστα νομικά και κοινωνικά προβλήματα, αρκεί να αναλογιστούμε την όλο και συχνότερη προσφυγή των δικαστηρίων στα προσωπικά ιατρικά νευροεγκεφαλικά και νευροπαθολογικά δεδομένα των κατηγορουμένων. Πράγματι, τα τελευταία είκοσι χρόνια, όλο και περισσότερες δικαστικές αποφάσεις επηρεάζονται, ενίοτε, αποφασιστικά από τις νέες νευροεπιστημονικές προσεγγίσεις και κυρίως από τις νέες τεχνικές τεκμηρίωσης της ανθρώπινης εγκεφαλικής εγκληματικότητας.
Για παράδειγμα, το αμερικανικό νομικό σύστημα ήταν το πρώτο που αποδέχτηκε και επέβαλε, κατά την εκδίκαση υποθέσεων που ενδέχεται να επισύρουν τη θανατική ποινή, να πραγματοποιούνται συστηματικές νευροψυχιατρικές εξετάσεις πιστοποίησης της ψυχοσωματικής υγείας του εγκεφάλου των κατηγορουμένων, ώστε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ότι πάσχουν από κάποια σοβαρή νευρολογική ή ψυχιατρική ασθένεια. Μια πάγια πλέον δικαστική πρακτική, που την υιοθέτησαν σχεδόν αμέσως οι περισσότερες αναπτυγμένες χώρες.
Στις μέρες μας, μάλιστα, χάρη στη διάδοση και την ευκολία προσφυγής στις νέες ιατρικές τεχνικές απεικόνισης του εγκεφάλου, όπως η Τομογραφία Εκπομπής Ποζιτρονίων (ΡΕΤ) και η λειτουργική Μαγνητική Τομογραφία (fMRI) κ.ά., μπορούν πολύ εύκολα τα δικαστήρια να καταφύγουν σε αυτές τις τεχνικές για να τεκμηριωθούν οι ενδεχόμενες σοβαρές ανατομικές αλλοιώσεις και οι μόνιμες λειτουργικές ανωμαλίες που οφείλονται είτε σε παθήσεις είτε σε τραύματα του εγκεφάλου του κατηγορούμενου. Και γι’ αυτό, όλο και πιο συχνά βλέπουμε στις δίκες για ανθρωποκτονίες οι συνήγοροι υπεράσπισης να καταφεύγουν συστηματικά σε τέτοιες νευρολογικές εξετάσεις και γνωματεύσεις ειδικών, με στόχο να τις χρησιμοποιήσουν ως αποφασιστικό ελαφρυντικό και, γιατί όχι, ως απαλλακτικό στοιχείο.
Εντοπίζοντας δικαστικά τον «εγκληματικό εγκέφαλο»
Σήμερα, ούτε οι συνταγματικά ανεξάρτητες και παντοδύναμες δικαστικές αρχές μπορούν να αγνοούν τις πρόσφατες επιστημονικές κατακτήσεις και κυρίως τις τεχνικές των νευροεπιστημών.
Τους 2 τελευταίους αιώνες η δυτική εγκληματολογία αναζητά τα αντικειμενικά τεκμήρια για τη σαφή διάκριση των «κοινωνικών» από τους «βιολογικούς» παράγοντες της ανθρώπινης εγκληματικότητας, εστιάζοντας, ωστόσο, περισσότερο στην έρευνα των «φυσικών», δηλαδή των βιοανθρωπολογικών χαρακτηριστικών όσων εγκληματούν: στις νευρολογικές και ψυχιατρικές παθήσεις και, πιο πρόσφατα, στα εγκεφαλικά και νοητικά χαρακτηριστικά που ευθύνονται για τις εγκληματικές συμπεριφορές των ανθρώπων. Τον 21ο αιώνα αυτές οι επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις στην εγκληματολογία του εγκεφάλου μπορούν να επηρεάζουν ή ακόμη και να καθορίζουν τις αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων
Χάρη στις πρόσφατες τεχνικές απεικόνισης της δομής και της λειτουργίας του εγκεφάλου, όπως η τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων (ΡΕΤ) και η λειτουργική μαγνητική τομογραφία (fMRI), οι νευροεπιστήμες είναι πλέον σε θέση να εντοπίζουν τις πιθανές ανατομικές ή λειτουργικές ανωμαλίες που υπάρχουν στον εγκέφαλο των ατόμων που κατηγορούνται για σοβαρά εγκλήματα. Και δεδομένου ότι τα δακτυλικά αποτυπώματα, οι αυτόπτες μάρτυρες και τα άλλα ευρέως αποδεκτά δικαστικά τεκμήρια δεν θεωρούνται πάντοτε επαρκή και αδιαμφισβήτητα αποδεικτικά στοιχεία για τη λήψη δίκαιων δικαστικών αποφάσεων, οι σημερινοί δικαστικοί καταφεύγουν όλο και συχνότερα στη βοήθεια των νευροεπιστημόνων.
Για αυτό ακριβώς βλέπουμε, στις πιο ανεπτυγμένες τεχνολογικά χώρες, να έχουν πλέον βαρύνουσα σημασία στις δικαστικές αποφάσεις οι μαρτυρίες-γνωματεύσεις των ειδικών εγκληματολόγων (νευρολόγων ή νευροψυχολόγων). Αυτοί οι νευροεπιστήμονες καλούνται ως ειδήμονες για να παρουσιάσουν στα ποινικά δικαστήρια τις λίγο-πολύ σαφείς εγκεφαλικές και νευροψυχολογικές ενδείξεις για το αν η εκδικαζόμενη εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορουμένου οφείλεται σε σοβαρά τραύματα ή παθήσεις του εγκεφάλου του. Και αυτό συμβαίνει επειδή η επαρκής τεκμηρίωση της «ενοχής» και ο ασφαλής καταλογισμός της «προσωπικής υπαιτιότητας» αποτελούν, από την αρχαιότητα, τα δύο αποφασιστικά αλλά, ενίοτε, δυσεπίλυτα προβλήματα της νομικής σκέψης και πρακτικής.
Σύμφωνα με τις τρέχουσες νομικές αντιλήψεις, η ανάγκη επιστημονικής τεκμηρίωσης και κατανόησης –με αυστηρά εγκεφαλικούς και νευροψυχιατρικούς όρους– κάθε εγκληματικής ή κοινωνικά παραβατικής συμπεριφοράς θεωρείται όχι απλώς θεμιτή, αλλά απολύτως απαραίτητη. Εκτός, λοιπόν, από τις βιοϊατρικές και θεραπευτικές εφαρμογές των πρόσφατων νευροεπιστημονικών κατακτήσεων και μεθόδων, υπάρχει και μια σειρά από «έμμεσες» κοινωνικές εφαρμογές τους: αστυνομικές, δικαστικές και άρα πολιτικές. Και έχουν περάσει ήδη είκοσι χρόνια από την επίσημη είσοδο της εγκληματολογικής νευροεπιστήμης στα δικαστήρια και στις ειδικές αστυνομικές υπηρεσίες.
Το δυσεπίλυτο πρόβλημα, που προκύπτει από τις βεβιασμένες και, ενίοτε, άκριτες νομικές εφαρμογές των πιο πρόσφατων επιστημονικών κατακτήσεων, είναι ποιο δικαστήριο πρέπει να θεωρείται αρμόδιο να αποφασίζει –και βάσει ποιων ασφαλών επιστημονικών κριτηρίων– για το αν όντως υπάρχει και πού ακριβώς βρίσκεται, σε κάθε μεμονωμένη νομική-νευρολογική περίπτωση, η υποτίθεται αντικειμενική και επιστημονικά σαφής διαχωριστική γραμμή μεταξύ της φυσιολογικής-νόμιμης και της παθολογικής-παράνομης ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Η εγκληματολογία μεταξύ επιστήμης και πολιτικής
Πάντως, από νομικής απόψεως, αυτό που προέχει είναι να καθοριστεί επακριβώς αν όταν διαπράττει κανείς ένα έγκλημα υπάρχει κάποια παθολογική προδιάθεση ή εγκεφαλική «ανωμαλία», κι αν η απάντηση είναι θετική, αυτή η εγκληματική προδιάθεση είναι γενετική ή επίκτητη; Το ερώτημα, δηλαδή, αν το πρόσωπο που κατηγορείται διαθέτει ή όχι την αναγκαία εγκεφαλική και διανοητική «τροχοπέδη», ώστε να μη διαπράξει το έγκλημα. Αν δηλαδή έχει όντως τις φυσικές νοητικές ικανότητες που θα του επέτρεπαν όχι απλώς να έχει επίγνωση των εγκληματικών του πράξεων αλλά και αν είναι σε θέση να τις ελέγχει. Δύο αναγκαίες νομικά συνθήκες για να θεωρείται κανείς υπεύθυνος για τις πράξεις του.
Στην αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή λόγω κάποιας διαγνώσιμης νευρολογικής ή ψυχιατρικής πάθησης, ο κατηγορούμενος δεν διαθέτει το αναγκαίο «εγκεφαλικό φρένο», τότε προφανώς θα πρέπει να χαρακτηριστεί ασθενής και όχι νομικά ένοχος και συνειδητά υπαίτιος για τις πράξεις του.
Αυτό υποστηρίζει, μαζί με πολλούς άλλους διαπρεπείς εγκληματολόγους, ο Γιόσουα Γκριν, καθηγητής νευροεγκληματολογίας στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ και ένας από τους πιο θερμούς υποστηρικτές της υποχρεωτικής υιοθέτησης και της συστηματικής αξιοποίησης από τα ποινικά δικαστήρια των νέων νευροαπεικονιστικών μεθόδων για τον εντοπισμό της «εγκεφαλικής εγκληματικότητας» κατά την απονομή της δικαιοσύνης.
Επιπλέον, δηλώνει πεπεισμένος για την επιτακτική πλέον ανάγκη αναθεώρησης πολλών παραδοσιακών, αλλά εσφαλμένων νομικών αντιλήψεών μας περί την ενοχή και τη νομική υπαιτιότητα των δραστών για κάποια πολύ σοβαρά εγκλήματα. Συνοψίζοντας, μάλιστα, τα επιχειρήματά του, θα δηλώσει προκλητικά: «Ολη η συμπεριφορά μας εξαρτάται αποκλειστικά από τις διεργασίες που συντελούνται στον εγκέφαλό μας, με τον οποίο έχουμε απλώς προικιστεί, και από τίποτε άλλο»!
Βέβαια, δεν συμφωνούν όλοι οι νευροεπιστήμονες και οι εγκληματολόγοι με τόσο ακραίες αναγωγιστικές αντιλήψεις, οι οποίες εστιάζοντας αποκλειστικά στον εγκέφαλο του «ανθρώπου εγκληματία» παραβλέπουν συστηματικά τις ιστορικές, κοινωνικές και οικονομικές παραμέτρους της ανθρώπινης εγκληματικότητας. Εξάλλου, όπως είδαμε στο προηγούμενο άρθρο, ανάλογες ψευδοεπιστημονικές απόψεις είχαν διατυπωθεί, πριν από δύο αιώνες, τόσο από τους φρενολόγους όσο και τους πρώτους εγκληματολόγους.
Ωστόσο, η εμμονή με τις αποκλειστικά «εγκεφαλικές εξηγήσεις» της ανθρώπινης εγκληματικότητας και, κατά συνέπεια, η γνωστική απαξίωση και η συστηματική απόκρυψη των κοινωνικών-οικονομικών αιτιών της, ενέχουν δύο πολύ σοβαρούς κίνδυνους: αφενός υπονομεύουν την αυθεντία της Δικαιοσύνης προετοιμάζοντάς μας για την έλευση της νέας, πολύ πιο επώδυνης κοινωνικής βαρβαρότητας, και αφετέρου ανοίγουν τον δρόμο στην ανεξέλεγκτη εκμετάλλευση των κατακτήσεων των επιστημών και των τεχνολογιών του εγκεφάλου από την εκάστοτε πολιτικο-οικονομική εξουσία.
Το βέβαιο είναι ότι τα αδιαφανή πολιτικά κίνητρα για την άμεση εφαρμογή και τη σχεδόν καθολική αποδοχή των αμιγώς νευροεπιστημονικών εξηγήσεων σχετικά με τον «εγκληματικό» ανθρώπινο εγκέφαλο δεν εμπνέονται από τις νεωτερικές αξίες περί ελεύθερης βούλησης, κοινωνικής δικαιοσύνης και ελευθερίας, αλλά, αντίθετα, από τη μετανεωτερική βιοπολιτική στρατηγική. Την πρόσφατη, αλλά ήδη πλανητικά επιβεβλημένη πολιτική προπαγάνδα, που επιβάλλει να αντιμετωπίζονται οι πιο επικίνδυνοι εγκληματίες ως ανώνυμοι και παθητικοί φορείς «εγκληματικών εγκεφάλων» και όχι ως συνειδητά πρόσωπα, υπεύθυνα για τις πράξεις και την έκνομη ζωή τους.
Πάντως, είναι σαφές ότι αυτά τα πολύ καυτά κοινωνικοπολιτικά ζητήματα σχετικά με τις επιτρεπτές και τις επιθυμητές εφαρμογές της τεχνοεπιστήμης δεν μπορούν –και δεν πρέπει– να τα απαντήσουν από μόνοι τους οι ειδικοί επιστήμονες. Αντίθετα, οι ίδιοι οι πολίτες θα πρέπει να αποφασίσουν, αφού βέβαια πρώτα ενημερωθούν επαρκώς, για το ποιες από τις νέες εφαρμογές των νευροεπιστημών είναι κοινωνικά επιθυμητές και ποιες είναι οι δικαιικά-πολιτικά απαγορευμένες. Εξάλλου, στη νεότερη ιστορία των εφαρμογών της επιστήμης ό,τι είναι τεχνοεπιστημονικά εφικτό δεν είναι πάντα επωφελές, ούτε και κοινωνικά ευκταίο.
