Για το τέλος του έτους επιλέξαμε τέσσερα πολύ ενδιαφέροντα επιστημονικά βιβλία. James Gleick «Ταξίδι στον χρόνο», Jean-François Lyotard «Το απάνθρωπο Κουβέντες για τον χρόνο», Θανάσης Ντινόπουλος «Συναισθησία Ή το ημερολόγιο γράφει μπλε Ιουλίου» και Theodor Gray «ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ – Μια οπτική εξερεύνηση όλων των γνωστών ατόμων του Σύμπαντος».

Μόλις κυκλοφόρησε το «Ταξίδι στον χρόνο», το τελευταίο βιβλίο του Τζέιμς Γκλέικ (James Gleick), ένα γοητευτικό κείμενο που κινείται με άνεση στο μεταίχμιο μεταξύ του ευφάνταστου ποιητικού λόγου της λογοτεχνίας και της αυστηρής επιστημονικής γλώσσας που περιγράφει τη φυσική πραγματικότητα.
Το βιβλίο υπογράφει ο κορυφαίος Αμερικανός ιστορικός της επιστήμης και διεθνούς φήμης συγγραφέας δύο συγκλονιστικών βιβλίων: το «Χάος: μια νέα επιστήμη» και το «Η Πληροφορία: η ιστορία, η θεωρία, ο χείμαρρος», που μεταφράστηκαν εγκαίρως και στα ελληνικά. Ενώ όμως, σε αυτά τα βιβλία του παρουσίασε τις θεωρητικές προϋποθέσεις και τις συνέπειες δύο νέων επιστημονικών κλάδων -της επιστήμης του Χάους και της επιστήμης της Πληροφορικής, αντίστοιχα- στο βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα, ο Γκλέικ αποφάσισε να διερευνήσει ένα πολύ πιο περίεργο και άπιαστο επιστημονικό και πολιτισμικό αντικείμενο: τα ταξίδια στον χρόνο και τις ευφάνταστες μηχανές για την πραγματοποίησή τους.
Οπως εξομολογήθηκε ο ίδιος σε μια συνέντευξη, την έμπνευση για τη συγγραφή αυτού του βιβλίου την είχε ενώ ολοκλήρωνε το βιβλίο του «Η Πληροφορία», τότε αναρωτήθηκε πότε ακριβώς άρχισαν οι άνθρωποι να σκέφτονται ότι τα ταξίδια στον χρόνο είναι εφικτά μέσω των κατάλληλων μηχανών. Για να απαντήσει σε αυτό το φαινομενικά απλό ερώτημα χρειάστηκαν τέσσερα χρόνια εντατικής έρευνας που τον οδήγησαν σε κάποια πολύ εντυπωσιακά και εντελώς απρόσμενα συμπεράσματα, τα οποία παρουσιάζει με τρόπο αριστοτεχνικό σε αυτό το συναρπαστικό βιβλίο.
Για παράδειγμα, είμαστε πεπεισμένοι ότι οι άνθρωποι θεωρούσαν ανέκαθεν εφικτή -έστω και μόνο νοητικά- την πραγματοποίηση ταξιδιών στον χρόνο, αλλά δεν είναι έτσι. Στο πρώτο μέρος βιβλίου του, ο Τζέιμς Γκλέικ υποστηρίζει και, κατά τη γνώμη μας, τεκμηριώνει ιστορικά την αρχική υποψία του ότι τα «ταξίδια στον χρόνο» είναι ένα πολύ πρόσφατο πολιτισμικό φαινόμενο, μια καινοφανής ιδέα που εμφανίστηκε στην ανθρώπινη σκέψη -φυσική και μεταφυσική- μόνο κατά τα τέλη του 19ου αιώνα!
Μεγάλο μέρος του βιβλίου προσπαθεί να φωτίσει το ερώτημα: Γιατί και πώς αναδύθηκε, σχεδόν ταυτόχρονα στην Επιστήμη και τη Λογοτεχνία, η αλλόκοτη ιδέα του «ταξιδιού στον χρόνο» και γιατί ορισμένοι αλλοπαρμένοι λογοτέχνες -αλλά και φυσικοί επιστήμονες!- ένιωσαν την ανάγκη να επινοήσουν κάποιες, ομολογουμένως, πολύ ευφάνταστες «μηχανές» για την υλοποίηση αυτού του άπιαστου ονείρου;
Αναζητώντας τη γενεαλογία της ασύλληπτης, μέχρι τότε, έννοιας του ταξιδιού στον χρόνο, ο Γκλέικ την εντοπίζει χρονικά στο γύρισμα του 20ού αιώνα, όταν ο νεαρός Βρετανός Χέρμπερτ Τζορτζ Γουέλς γράφει το περίφημο μυθιστόρημα «Η Μηχανή του Χρόνου» (The Time Machine), μια φανταστική περιπέτεια που, για πολλές δεκαετίες, συγκλόνισε τους αναγνώστες σε ολόκληρο τον κόσμο.
Σε αυτό το διήγημα-πρότυπο επιστημονικής φαντασίας, ο χρόνος δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια επιπλέον διάσταση σε ένα συνεχές χώρου-χρόνου και επομένως το ταξίδι σε αυτό το συνεχές εξαρτάται από το αν διαθέτεις την κατάλληλη «μηχανή του χρόνου», που υποτίθεται ότι επιτρέπει στους «ταξιδιώτες του χρόνου» να κινούνται στο παρελθόν και στο μέλλον.
Πολύ σύντομα, μάλιστα, μια ανάλογη ιδέα του χρόνου ως η τέταρτη διάσταση του χωροχρόνου θα εμφανιστεί και στη Φυσική με τις επαναστατικές ιδέες της σχετικότητας του Αϊνστάιν. Εξάλλου, ο μεγάλος μαθηματικός Κουρτ Γκέντελ έδειξε στον φίλο του Αλμπερτ Αϊνστάιν ότι οι εξισώσεις της σχετικότητας επέτρεπαν λύσεις, στις οποίες τα ταξίδια στον χρόνο ήταν, από φυσικής απόψεως, απολύτως εφικτά, αν και κανείς δεν γνωρίζει (ακόμη;) πώς να τα πραγματοποιήσει.
Συνεπώς, τα ταξίδια στον χρόνο δεν είναι μόνο μια σχετικά πρόσφατη φαντασίωση ή μια αυθαίρετη νοητική επινόηση, αλλά η συνέπεια της ριζικά διαφορετικής αντίληψης για τον χρόνο των σύγχρονων ανθρώπινων πολιτισμών και των υπερτεχνολογικών τους φαντασιώσεων να γίνουν κάποτε οι άνθρωποι «Αρχοντες του Χρόνου». Μια από τις μεγαλύτερες αρετές αυτού του σπουδαίου βιβλίου είναι ότι αναδεικνύει τις φυσικές-επιστημονικές και τις πολιτισμικές-μεταφυσικές ανεπάρκειες της ανθρώπινης σύλληψης του «χρόνου», αυτής της τόσο φευγαλέας έννοιας (υποκειμενικής-αντικειμενικής και φυσικής-υπερφυσικής, ταυτόχρονα), που δικαίως παραμένει ένα από τα πιο σκοτεινά και αινιγματικά αντικείμενα της ανθρώπινης σκέψης.
Τι ακριβώς εννοεί η σύγχρονη επιστήμη όταν εξετάζει τη δυνατότητα πραγματοποίησης ταξιδιών στον χρόνο; Και με τι είδους μαγικές χρονομηχανές θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν τέτοιες εκκεντρικές κρουαζιέρες στον «ποταμό» του χρόνου; Το βέβαιο είναι ότι οι αναγνώστες αυτού του βιβλίου, οι θαρραλέοι νοητικοί χρονοταξιδευτές, δεν θα πλήξουν καθόλου: χάρη σ’ αυτή την αναγνωστική περιπέτεια θα συναντήσουν τα πλέον αλλόκοτα και παράδοξα πλάσματα που έχει επινοήσει ο ανθρώπινος νους.

Ο Ζαν-Φρανσουά Λιοτάρ (1924-1998) ήταν ένας από τους πιο διάσημους κοινωνικούς φιλοσόφους και ο βασικός εισηγητής της έννοιας «μεταμοντέρνα κατάσταση» και των μετανεωτερικών απανθρωποιητικών εξουσιαστικών πρακτικών. Δίδαξε φιλοσοφία στη Γαλλία και σε πολλά πανεπιστήμια του εξωτερικού. Συγγραφέας της «Μεταμοντέρνας κατάστασης», που αποτελεί αναμφίβολα το πιο πρωτότυπο και διάσημο διεθνώς έργο του.
«Το απάνθρωπο, κουβέντες για τον χρόνο» είναι το προτελευταίο του βιβλίο. Σε αυτό ο Λιοτάρ συγκέντρωσε σχετικά σύντομα κείμενά του -ανακοινώσεις, διαλέξεις, σχόλια σε καταλόγους ζωγραφικών εκθέσεων- τα οποία μας αποκαλύπτουν κάποιες άγνωστες και απρόσμενες πτυχές των πιο ώριμων σκέψεών του σχετικά με τη μεταμοντέρνα κατάσταση.
Κοινός παρονομαστής αυτών των σύντομων κειμένων ο χρόνος ως οντολογικό αίνιγμα, αλλά και οι χρονικότητες μέσα στον ύστερο καπιταλισμό, μέσα στη μετανεωτερικότητα, την καινοφανή κατάσταση, απάνθρωπη και απανθρωποποιητική. Πράγματι, ο χρόνος, η μνήμη, τα υλικά της σκέψης και των καλών τεχνών στην εξαϋλωμένη, δηλαδή ψηφιακή «πραγματικότητα» της ζωής μας, είναι μερικά από τα ζητήματα που αναλύονται σε αυτά τα κείμενα.
«Οι σχέσεις νεωτερικότητα-μεταμοντέρνο, σώμα-τεχνο-επιστήμες και νοημοσύνη, καντιανό υψηλό-αβάν-γκαρντ, το γούστο στη μαζικοεπικοινωνιακή δημοκρατία, η φωτογραφία στη φάση της τεχνικής της τελειοποίησης απασχολούν τον συγγραφέα, που αναρωτιέται τι είναι τελικά το «απάνθρωπο»: γεννιόμαστε απάνθρωποι και ανθρωποποιούμαστε από τους κοινωνικούς θεσμούς ή αυτοί μας στερούν την ανθρωπιά μιας ατιθάσευτης παιδικότητας, στην οποία είμαστε διηνεκώς χρεώστες;», ιδού μερικά από τα ερωτήματα που πραγματεύονται αυτά τα πολύ ενδιαφέροντα και καλομεταφρασμένα κείμενα της ώριμης περιόδου του Λιοτάρ.
Πρόκειται για πειράματα γραφής, όπου η κριτική σκέψη δοκιμάζει τις αντοχές της απέναντι στον ολοκληρωτικό και απανθρωποποιητικό λόγο της μεταμοντέρνας πλανητικής εξουσίας, η οποία δεν νομιμοποιείται να επικαλείται τη νεωτερική έννοια της «προόδου» στον χρόνο και στην Ιστορία.

Ως συναισθησία, σύμφωνα με το λεξικό Μπαμπινιώτη, ορίζεται η «κατάσταση κατά την οποία ένα ερέθισμα», αισθητηριακό ή εννοιολογικό, «προκαλεί εκτός από την αντίστοιχη αίσθηση και κάποια άλλη, έτσι ώστε να βιώνει κανείς δύο ή περισσότερα αισθήματα από μία και μόνη αιτία, π.χ. το να έχει κανείς το οπτικό αίσθημα του κόκκινου χρώματος ακούγοντας τη μουσική νότα “ντο” ή, εναλλακτικά, ότι όποτε ακούει τη νότα “φα δίεση” βλέπει πάντα μια σφαίρα».
Πρόκειται για μάλλον ασυνήθιστες αισθητικές εμπειρίες, που ωστόσο τις βιώνουν καθημερινά κάποια άτομα, περίπου το 3% του ανθρώπινου πληθυσμού. Τα άτομα αυτά περιγράφονται από τη Νευρολογία ως «συναισθητικά» και είναι από κάθε άποψη φυσιολογικά, μόνο που διαθέτουν ένα επιπρόσθετο και πολύ ιδιαίτερο αισθητηριακό χάρισμα.
«Ο κόσμος ενός συναισθητικού σίγουρα δεν είναι πληκτικός. Πώς θα μπορούσε να πλήττει ένας άνθρωπος που βλέπει τον τραπεζικό του λογαριασμό πολύχρωμο; Ή που ο ήχος του ονόματος Ελίζαμπεθ του φέρνει τη γεύση μιας παχιάς κρεμώδους τούρτας; Οταν οι σταγόνες της βροχής σχηματίζουν γι’ αυτόν μια μελωδία; Για εμένα η Τρίτη είναι κίτρινη και η Τετάρτη πράσινη. Το δώδεκα έχει το χρώμα της ώχρας, όμως λίγο πιο λαμπερό…», υποστηρίζει ο συγγραφέας τού «Συναισθησία ή το ημερολόγιο γράφει μπλε Ιουλίου».
Σε αυτό βιβλίο, ο Θανάσης Ντινόπουλος, καθηγητής Ανατομικής και Ιστολογίας στο ΑΠΘ και συγγραφέας πολλών αξιόλογων βιβλίων, μας εισάγει στον γριφώδη κόσμο της συναισθησίας, ένα πολύ ενδιαφέρον γνώρισμα της οποίας είναι ότι δεν είναι συνειδητή επιλογή: δεν εμφανίζεται χωρίς κάποιο εξωτερικό ερέθισμα, ούτε και ελέγχεται από τη βούληση.
Το γεγονός αυτό διαφοροποιεί την ιατρική συναισθησία από τις λεγόμενες καλλιτεχνικές «συναισθήσεις», στις οποίες οι καλλιτέχνες συσχετίζουν συνειδητά κάποια αντικείμενα με αφηρημένες έννοιες και ιδέες: μια σαφώς επίκτητη διανοητική ικανότητα η οποία, σε μεγάλο βαθμό, καθορίζεται από την παιδεία και το πολιτισμικό περιβάλλον.
Χάρη στην πλούσια εικονογράφηση, τις αναφορές από την πρόσφατη διεθνή βιβλιογραφία και καταφεύγοντας σε αρκετές μαρτυρίες συναισθητικών ατόμων το πρώτο μέρος του βιβλίου παρουσιάζει τις πολυάριθμες εκδηλώσεις ή τους τύπους συναισθησίας καθώς και τις νευροεπιστημονικές θεωρίες που δείχνουν ότι ο εγκέφαλος των συναισθητικών διαθέτει κάποιες «ανώμαλες» καλωδιώσεις, δηλαδή σπάνιες νευρικές συνδέσεις μεταξύ παρακείμενων εγκεφαλικών «διαμερισμάτων» τα οποία, κανονικά, θα έπρεπε να είναι δομικά όσο και λειτουργικά απομονωμένα.
Ωστόσο, το δεύτερο μέρος του βιβλίου είναι αφιερωμένο στην επιρροή συναισθησίας στις τέχνες και στην καλλιτεχνική δημιουργία, όπου και παρουσιάζονται αρκετά παραδείγματα συναισθητικών δημιουργών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο συγγραφέας -νευροεπιστήμονας με μεγάλη καλλιτεχνική παιδεία- επιβεβαιώνει την αρχική του υπόθεση εργασίας ότι η συναισθησία είναι η «ποιητικότερη ασθένεια του ανθρώπινου είδους».
♦ Τις επόμενες δύο εβδομάδες οι «Μηχανές του Νου» θα κάνουν διακοπές. Καλή Χρονιά!
