Ακόμη και οι σύγχρονοι βενζινοκινητήρες των αυτοκινήτων, οι οποίοι πληρούν τις πιο σύγχρονες ευρωπαϊκές προδιαγραφές (Euro 5) εκπέμπουν μικροσκοπικά σωματίδια που διεισδύουν στους πνεύμονες προκαλώντας ζημιά στην υγεία.
Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει νέα διεθνής επιστημονική έρευνα στην οποία συμμετείχαν και Έλληνες ερευνητές, όπως ο Κώστας Σιούτας, καθηγητής περιβαλλοντικής μηχανικής του Πανεπιστημίου της Ν. Καλιφόρνια και επισημαίνει ότι οι τεχνολογικές βελτιώσεις στους σύγχρονους βενζινοκινητήρες δεν σημαίνουν κατ’ ανάγκη πως έχουν γίνει λιγότερο επικίνδυνοι για την υγεία.
Τα σωματίδια διαχωρίζονται στα πρωτογενή που εκπέμπονται απευθείας από τους κινητήρες ή άλλες πηγές ρύπανσης, και τα δευτερογενή που παράγονται μέσω φωτοχημικών αντιδράσεων υπό την επίδραση της ηλιακής ακτινοβολίας. Και είναι τα τελευταία -μεγέθους μικρότερου από ένα χιλιοστό του χιλιοστού- που είναι και τα περισσότερα καθώς αποτελούν έως και το 90% των συνολικών μικροσωματιδίων στον αέρα και προέρχονται βασικά από τους βενζινοκινητήρες. Είναι δε τόσο τοξικά ώστε η νέα μελέτη κρούει τον κώδωνα του κινδύνου.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εκτιμάει ότι τουλάχιστον επτά εκατομμύρια πρόωροι θάνατοι συμβαίνουν διεθνώς εξαιτίας της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και η νέα μελέτη, που δημοσιεύεται στο περιοδικό «Nature Scientific Reports», έρχεται να επιβεβαιώσει παλαιότερες έρευνες, οι οποίες δείχνουν ότι τα μικροσωματίδια στον αέρα επιβαρύνουν τη δημόσια υγεία.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής την Μαριάν Γκάιζερ του Πανεπιστημίου της Βέρνης και τον Γιόζεφ Ντόμεν του Ινστιτούτου Πάουλ Σέρερ της Ελβετίας, μελέτησαν την τοξικότητα των σωματιδίων που σχηματίζονται στην ατμόσφαιρα από τις εκπομπές των σύγχρονων βενζινοκινητήρων Euro 5, εκθέτοντας καλλιέργειες κυττάρων από ανθρώπινους πνεύμονες, τόσο υγιών και όσο ασθενών ανθρώπων, σε διάφορα επίπεδα σωματιδίων.
Και διαπίστωσαν ότι ο κυτταρικός θάνατος αυξάνει, όσο μεγαλώνει η ποσότητα των σωματιδίων στον αέρα, καθώς τα δευτερογενή σωματίδια προξενούν άμεση βλάβη στον ιστό των πνευμόνων ενώ μία έμμεση επίπτωσή τους είναι ότι εξασθενούν τις αμυντικές λειτουργίες των πνευμόνων.
Οι επιστήμονες σημειώνουν ότι εξαιτίας της ρύπανσης μειώνεται η ικανότητα των κυττάρων των πνευμόνων να αντιδρούν κατάλληλα στις λοιμώξεις από βακτήρια και ιούς. Και καθώς ακόμη και πολύ μικρές δόσεις σωματιδίων μπορούν να προκαλέσουν ζημιά, ουσιαστικά δεν υπάρχει κάποιο όριο ασφαλείας ενώ ο κίνδυνος αυξάνεται για τα άτομα με χρόνια αναπνευστικά προβλήματα, ιδίως όσους πάσχουν από άσθμα, κυστική ίνωση και χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια.
